Αλήθεια, αν μ’ αγαπούσες δεν ξέρω και εγώ τι θα μπορούσα να κάνω για χάρη σου. Το λιγότερο που θα μπορούσα ήταν να γίνω καλύτερος, ν’ ανέβω, να, να…

Τώρα δε θέλω να ‘μαι παραπάνω απ’ ότι είμαι για να μ’ αγαπήσεις. Για να μην πω πως έχω μια τάση να χειροτερέψω.

Προχτές (θυμάσαι;)με ρώτησες αν σε θεωρώ ζωντανή κι είπα ναι. Ε, λοιπόν, όχι. Είσαι πεθαμένη. Τι και αν χοροπηδάς ολονυχτίς ντίσκο και τσιφτετέλια. Τίποτα. Είσαι νεκρή. Απολύτως. Δεν έχεις να θυμάσαι απ’ τα χαμένα νιάτα σου ούτε μια στιγμή τρέλας. Δε θα ‘χεις την πολυτέλεια ούτε μιας τύψης. Βλέπεις, εσύ κάνεις πάντα το σωστό.

Τέλος πάντων. Ένα μόνο θέλω να ξέρεις. Δε λυπάμαι που σου προσφέρω τη ζωή μου και την αρνιέσαι. Λυπάμαι που σε κανέναν άλλο πια δε θέλω να την προσφέρω. Κι έτσι μου μοιάζει άχρηστη.

Βασίλης Αναγνώστου, «Ιστορίες για αγρίους»

Μοιραστείτε το:

Comments