Κάθονταν πάντα αντίκρυ μου
κατάματα κοιτώντας την ψυχή μου,
χωρίς ν’ αμαυρώσουν τη σιωπή
μ’ ευτελείς υποσχέσεις,
χωρίς να βαρύνουν τη σάρκα
με χάδια εφήμερα
αυτοί
που πιο πολύ μ’ αγάπησαν.
Το βλέμμα τους δεν έστρεψαν αλλού
σαν κοίταξα μακριά.
Πιο μακριά ακόμα να κοιτάξω
δεν με απέτρεψαν.
Άκουσαν κι είδαν ως του δρόμου το τέρμα
και σιγανά, σχεδόν αθόρυβα
αποχώρησαν
αναγνωρίζοντας
της κοινής πορείας
το ανέφικτο.

Στην πιο αχανή ερημιά
είναι το βλέμμα τους
που συντροφεύει.
Και το μεγάλο «αν»
πίσω απ’ τη δική τους τη σιωπή
καραδοκεί.

Μαρία Χριστινάκη
Μάρτιος 2014

Διαβάστε επίσης:

Μοιραστείτε το:

Comments