Κι ήταν σαν να είχα καταπιεί ένα συννεφάκι που μέσα μου μεγάλωνε, θέριευε, τύλιγε την καρδιά μου, σκέπαζε τα σπλάχνα μου. Ναι, μέσα μου κυριαρχούσε αδέσμευτη η αγωνία, το άγχος που μεγάλωνε μαζί με την ηλικία. Υγεία υπήρχε, αλλά δυσκολεύεται η αναπνοή όταν ξέρεις πώς πρέπει πια να ζεις χωρίς την ιδέα, το ένστιχτο του μέλλοντος. Τη μέρα που έρχεται τη χαίρεσαι βέβαια και την ευγνωμονείς, αλλά νοιώθεις και πανικό μαζί, μην είναι η τελευταία. Ο πανικός -η νέα μορφή του σύννεφου- σκοτώνει και τις πιο ελπιδοφόρες στιγμές, δηλητηριάζει ό,τι καινούριο.

Ένα τόσο σκοτεινό μέσα πώς να γεννήσει ιδέες;

Θα βγω έξω, λέω, θα βγω και θα κλείσω πίσω μου τη πόρτα. Βγαίνω και τότε ξαφνικά μου κόβεται η ανάσα. Ο τρόμος που κυριαρχεί έξω στον κόσμο είναι σαν τον δικό μου εσωτερικό τρόμο. Οι άνθρωποι ζούνε -είτε το ξέρουν, είτε όχι- χωρίς ουσιαστικό μέλλον, μισιούνται, ο ένας θέλει να εξαφανίσει τον άλλον, μην του φάει το ψωμί που απομένει. Δεν ζούνε στα σύννεφα, αλλά και η πραγματικότητα ποτέ τόσο άγρια δεν είχε αποκαλυφτεί.

Επιβλήθηκε απόλυτα η καινούρια θρησκεία, ο καινούριος μονοθεϊσμός: το Χρήμα. Κυριάρχησε η τραγικοτέρη μεταδοτική ασθένεια: ο Καταναλωτισμός. Ξέραμε, βέβαια, ότι κάποτε θα πληρώναμε το τίμημα, αλλά δεν είχαμε φανταστεί ότι θα ‘ταν τόσο υψηλό, αφού χάσαμε την εμπιστοσύνη στον υπαρξιακό εαυτό μας, που πάντα, στο τέλος έβρισκε μια κάποια λύση.

Κοίταξα μέσα μου ξανά κι αισθάνθηκα πιο ελαφριά, αισθάνθηκα φυσιολογική αφού δεν ήμουνα μόνη εκεί που είχα βυθιστεί. Κι ανάτειλε μια απορία: από μένα, από μέσα μου ξεχύθηκε το μαύρο σύννεφο και τύλιξε τον κόσμο ή η ύπαρξή μου ρούφηξε κι αυτή το σύννεφο που ‘χε σκεπάσει όλη τη πλάση;

Απόσπασμα από την «Η ανορεξία της ύπαρξης» της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ

Μοιραστείτε το:

Comments