Ένα απ’ τα τελευταία όνειρα που είδα. Κι αν αποφάσισα σήμερα να το κάνω ιστορία, δεν είναι τόσο για το, κατά κάποιο τρόπο, ηθικό δίδαγμα που απέσπασα από την τελική του λεπτομέρεια, όσο γιατί πάει κιόλας πολύς καιρός που περιμένω την ώρα και την στιγμή να γράψω για κάποια δάκρυα της παιδικής μου ζωής, που, ενώ κανείς δεν μου τα δίδαξε, μου δίδαξαν εκείνα κάτι. Κάτι ανεκτίμητο, που το όνειρο αυτό ανέσυρε στην επιφάνεια:

Η δακρυλάτρις

Είναι αλήθεια πως απέφευγε να κλαίει μπροστά στους άλλους. Όχι από πρόωρη ανάπτυξη υπερηφάνειας ή συστολής, όσο από μια διαίσθηση, πριν γίνει πεποίθηση, πως η στιγμή που κλαίει κανείς, η ανάγκη να ενδώσει στο κλάμα, είναι ένας μυστικός δρόμος προς την ηδονή, προς την φύση της ηδονής.

Έτσι έφτανε στο σημείο ακόμη και να προκαλεί τα δάκρυα αναθυμούμενη πικρές στιγμές, συμβάντα που άνοιγαν μέσα της περάσματα σε συγκινήσεις σκοτεινές και ζεστές, τόσο ζεστές, που κάποια υγρασία -το κλάμα- ήταν αναγκαία όσο και αναπόφευκτη.

Και είχε διαλέξει το κρεβάτι σε μια παλιά κάμαρα. Πιο συγκεκριμένα, τον κάτω απ’ το κρεβάτι χώρο, που ήταν τόσο μικρός και κλειστός, ώστε να ικανοποιείται η επιθυμία της για έναν κρυψώνα, και τόσο μεγάλος συνάμα κι ανεξερεύνητος, ώστε να την τροφοδοτεί με την εντύπωση πως μπαίνει κάπου απ’ όπου δεν ήξερε αν και πώς θα ξαναβγεί.

Η πόρτα αυτού του δωματίου είχε ένα μικρό μαύρο σιδερένιο μάνταλο από μέσα, όχι σύρτη, σε σχήμα φιόγκου. Αν η πόρτα ήταν ανοιχτή, το μάνταλο το στριφογύριζες εύκολα, σαν σβούρα, γύρω από τον άξονά του. Ήταν στερεωμένο στον παραστάτη, στο πλαίσιο της πόρτας, κι όταν έμπαινες και την έκλεινες και δεν ήθελες άλλος να μπει, πίεζες το φύλλο της κι έφερνες το μάνταλο οριζόντια, σε μια μικρή εσοχή δίπλα στο πόμολο, και εκείνο σφήνωνε γερά. Η πόρτα πια δεν άνοιγε απ’ έξω. Κλειδί δεν χρειαζόταν, κι ούτε υπήρχε.

Τα δάχτυλά της ν’ ανεβάζουν ή να κατεβάζουν αυτό το μάνταλο, ήταν μια κίνηση καθημερινή σχεδόν, και με άκρα μυστικότητα. Το δωμάτιο ήταν γεμάτο ντουλάπια, μικρά και μεγάλα, εντοιχισμένα. Άλλα με ξύλινες πορτούλες, που έκλειναν επίσης με μανταλάκι-φιόγκο, άλλα καλυμμένα με σκούρες σουρωτές κουρτίνες. Τις παραμέριζε και βρισκόταν μπροστά σε μισοσκότεινα ανοίγματα-κρύπτες. Έβγαινε από κει μια χαρακτηριστική οσμή αντικειμένων που είχαν χρόνια και ζαμάνια ν’ αγγιχτούν από ανθρώπινο χέρι… Ήταν σιδερένια, ξύλινα, χάρτινα ή γυάλινα αντικείμενα. Σκουριασμένα ψαλίδια, σπασμένα μαχαίρια, χαρτονομίσματα χιλιάδων κι εκατομμυρίων δραχμών που δεν είχαν πια την παραμικρή αξία, κοκάλινα χτένια ξεδοντιασμένα, με καμιά τρίχα ωστόσο επάνω, σύριγγες από ενέσεις που θύμιζαν αρρώστους στο σπίτι και που δεν χρειάστηκε να τις βάλουν όλες αλλά και δεν τις πέταξαν. Στα μεγαλύτερα ντουλάπια υπήρχαν προπολεμικά βιβλία με δερμάτινα εξώφυλλα γεμάτα πόρους και χαρακιές, μπουκάλια με ξεθυμασμένα φάρμακα, πρακτικά γιατροσόφια και σιρόπια, ροδόνερο, μολυβόνερο, λάδι ευκαλύπτου, βάζα με μαύρα ζαχαρωμένα γλυκά, ρίζες φυτών, δαφνόφυλλα ετών, κρύα σαν γυαλιά τραπουλόχαρτα…

Εκείνο όμως που το ‘ φερνε στο στόμα και της πάγωνε τα χείλη ήταν μια φυσαρμόνικα που έγραφε στα πλάγια FLADKA MOIA SESTRA (Γλυκιά μου αδελφή ). Ήταν ενός θείου που σκοτώθηκε στον πόλεμο, πριν γεννηθεί αυτή, και την είχε από πολύ μικρός. Έπαιζε φυσαρμόνικα μέρα-νύχτα, χρόνια, την πήρε μαζί του κι όταν πήγε φαντάρος, μετά και στον πόλεμο, ώσπου στάλθηκε στην οικογένειά του σ’ ένα δέμα, μαζί με μερικά άλλα προσωπικά του μικροπράγματα, και τα συνόδευε ένα γράμμα που τους πληροφορούσε ότι έδωσε κι αυτός το αίμα του για την πατρίδα. Δεν τον άκουσε ποτέ της βέβαια να παίζει φυσαρμόνικα, ούτε καν από φωτογραφία δεν τον ήξερε, εκτός που έλεγαν συχνά οι άλλοι πως τα δυο κότσια που έχει στα πόδια της, δίπλα στο μεγάλο δάχτυλο, τα κληρονόμησε από εκείνον, καθώς και την μανία να κλείνεται στην παλιά κάμαρα’ με την φυσαρμόνικα…

Αφού δεχόταν το πρώτο της παγωμένο άγγιγμα στο στόμα, που σιγά-σιγά μαλάκωνε και γινόταν χάδι, και την έπαιζε τυχαία, διστακτικά στην αρχή, έχοντας μεσάνυχτα από νότες, ξέροντας μόνο πως προς την μια μεριά ήταν οι βαριές και προς την άλλη οι ψιλές -εκείνη η φυσαρμόνικα, και η μουσική που γεννούσε, έφτανε πολλές φορές να σταλάζει τόση αγαπητή θλίψη μέσα της, που το να κλάψει ήταν γι΄ αυτήν το πιο φυσικό και ποθητό επακόλουθο. Κι αυτό δεν γινόταν, το τονίζουμε, ούτε μπροστά στο παράθυρο που έβλεπε στο βουνό, ούτε στη μέση του δωματίου ούτε επάνω στο κρεββάτι, όπου -έμαθε αργότερα- πέθανε μια γυναίκα από εκλαμψία όταν την γέννησε. Γινόταν κάτω απ’ το κρεββάτι, κάτωθεν.

Εκεί άλλος κόσμος, που απλώς να τον υπαινιχθεί θα μπορούσε, τίποτα περισσότερο, αποδεχόμενη το ανείπωτο φάσμα που διέπει κάποιες εικόνες της ζωής μας.

Ήταν πρώτ’ απ’ όλα τα ξύλα του πατώματος, τα σανίδια, και οι χαραμάδες ανάμεσά τους, οι γεμάτες μικρές σκληρές μπούκλες σκόνης και σβώλους, και κάτι που γυάλιζαν εδώ κι εκεί κι ήταν καρφίτσες ή βελόνες: στην προσπάθειά τους να τραβήξουν έξω τις σκόνες, έπεφταν εκείνες μέσα. Ήταν και τα κύματα πάνω στα σανίδια, που σχημάτιζαν διάφορες μορφές: ψηλόλιγνες ή κοντόχοντρες σιλουέτες, πετεινούς, σκύλους, ελάφια ή μόνο τα κέρατά τους, ποταμούς και αλλόκοτες οροσειρές, όλα ακίνητα και ανέκφραστα αλλά σε μια τέλεια μυστική επαφή μεταξύ τους… μεταξύ τους και μαζί της, καθώς ξάπλωνε μπρούμυτα στο πάτωμα και τα κοίταζε, τα παρακολουθούσε, παίζοντας ή όχι πια την φυσαρμόνικα, έχοντας σηκώσει από πριν τον κρεββατόγυρο για να μπαίνει κάποιο φως. Αυτό, βέβαια, το βασίλειο των σκιών στο πάτωμα υστερούσε μπρος στο άλλο που της αποκαλύφθηκε, την ίδια εποχή, στα σανιδένια ταβάνια του σπιτιού. Εκείνα τα είχαν ποτίσει κι άγριες βροχές, και οι φιγούρες που σχημάτιζαν, τα νερά που έκαναν και οι πολλαπλές έννοιες που έπαιρναν στα μάτια της αυτές οι υδάτινες παραστάσεις πάνω στο ξύλο, δεν θα έφταναν ίσως ούτε δέκα θεατρικά επεισόδια για να τις εξαντλήσουν.

Ωστόσο η έννοια αυτής της ιστορίας βρίσκεται, ας μην το λησμονούμε, κάτω απ’ το κρεββάτι. Είχαν στριμωχτεί εκεί και κάποια μεγάλα χαρτονένια κουτιά, με λατινικά κεφαλαία γράμματα απ’ έξω. Αυτή τα διάβαζε ελληνικά -απλώς σαν να είχε να κάνει με άγνωστες λέξεις. Μόνο στο W, στο F και στο L συναντούσε δυσκολίες, αυτά τα τρία ήταν τα πιο σκοτεινά σημεία. (Αργότερα τακτοποιήθηκαν, βρήκαν αντιστοιχίες και αυτά: το W ήταν ένα άλλο ωμέγα ή το ανάποδο Μ, και το L ήταν η γραμμούλα που έλειπε απ’ το F για να γίνουν αμφότερα Ε. Κι έβγαιναν λέξεις καθ’ όλα πρωτάκουστες και δυσνόητες απ’ αυτήν την ανάγνωση, πάντως λέξεις.) Κάποτε περιείχαν εμπορεύματα, τρόφιμα (γάλα σε σκόνη κυρίως και κίτρινα ελβετικά τυριά), που πουλήθηκαν ή μοιράστηκαν σε σχολεία και συνεταιρισμούς, τα κουτιά άδειασαν, πετάχτηκαν, και κάποιος τα έφερε εδώ, για να τα γεμίσουν οι γυναίκες με ό,τι μπορεί να φανταστεί κανείς.

Τα δάκρυα έπεφταν στα σανίδια κι εκεί έσμιγαν με όλα τα στοιχεία αυτού του άλλου κόσμου… Της ήταν απόλυτα ηδονική η αίσθηση πως το πρόσωπο, όλο το πρόσωπό της λειώνει μέσα σ’ εκείνη την ρέουσα φλογισμένη υγρασία. Οι οποιεσδήποτε σκέψεις λιώνουν κι αυτές με την σειρά τους σαν κόκκοι ζάχαρης σε καυτό τσάι, και την ξεκούραζε μέχρις αφάνειας να τα βλέπει όλα να φεύγουν, και η ίδια μαζί τους… κι αυτή η υγρή αιθέρια ζωή κάτω απ’ το κρεββάτι είχε μια ταπεινότητα και μια μαγεία που αμφιβάλλω αν χρειάζεται να προσπαθήσουμε να την εξηγήσουμε…

Αν κάτι μας προειδοποιούσε πως τα δάκρυα τέλειωναν, ακόμη και το απόθεμά τους, ξαναπαίζαμε με περιπάθεια την φυσαρμόνικα και κάναμε όσο το δυνατόν ζωντανότερη την ανάμνηση μιας πρόσφατης ή παλιάς θλίψης. Κάποιος που μας χτύπησε, μας μάλωσε ή -το χειρότερο- μας πρόσβαλε… Οι σκοτωμένοι θείοι, κάτι σαν χαμένοι θεοί, που θα ήθελαν πολύ να παίξουν την φυσαρμόνικα μα δεν μπορούσαν πια … Τα κότσια στα πόδια μας, και στα δικά τους, που έκαναν τα πέλματα να φαντάζουν λυπημένα, τρωτά και μοναχικά, κι όμως τα κορόιδευαν οι άλλοι, τους φαίνονταν αστεία, παραμορφωμένα … Ο θάνατος κάποιου αγαπημένου, το πώς τον έπλεναν και τον έντυναν νεκρό που κρυφοκοιτάζαμε, πώς του μιλούσαν και τον χαϊδεύανε με απόγνωση… Εν ανάγκη κάποιο προηγούμενο κλάμα μας, κι ας μας διέφευγε πλέον το κίνητρό του, ή ακόμη και το κλάμα κάποιου άλλου, μια ξένη αγωνία, ένα βάσανο που δεν ανήκε σ’ εμάς προσωπικά, κι όμως ερχόταν, αν το καλούσαμε με ειλικρίνεια, και μας συνέπαιρνε.

Στο τέλος, ξεχνώντας πώς άρχισε όλο αυτό και πού πήγαινε, μας έπαιρνε ο ύπνος. Πάνω σε κρεββάτι ίσως ποτέ δεν κοιμηθήκαμε τόσο γλυκά όσο κάτω από κείνο… Δεν ήταν λίγες οι φορές που αργούσαμε να ξυπνήσουμε και παραβίαζαν την πόρτα για να μας βρουν. Δίπλα σ’ αυτήν υπήρχε ένα παράθυρο, εσωτερικό, που ανοιγόκλεινε, ανεβοκατέβαινε μάλλον, σαν γκιλοτίνα, με χερούλι από μέσα και απ’ έξω. Σήκωναν λοιπόν το παράθυρο, έβαζαν το χέρι μέσα και κατέβαζαν το μάνταλο, άνοιγαν την πόρτα. Μας έβρισκαν κάτω απ’ το κρεββάτι και μaς τραβούσαν απ’ την φτέρνα ή απ’ το μανίκι, συνήθως μιλώντας μας τρυφερά, όπως σε υπνοβάτη ή σε άρρωστο -πού να ξέρανε… Αν πάλι κάποιος μας μάλωνε γι’ αυτό που κάναμε ή τύχαινε, πάνω στην αμηχανία του, να μας αστράψει κι ένα χαστούκι, δεν λέγαμε τίποτα. Το φυλάγαμε για την άλλη φορά, είχαμε σθένος αλλόκοτο.

Ζυράννα Ζατέλη  

Aπόσπασμα από το  βιβλίο της  «Στην ερημιά με χάρι»

 

Διαβάστε επίσης:

Μοιραστείτε το:

Comments