Αγαπητέ Θεέ,
Σήμερα μπήκα στην εφηβεία. Τι να σου πρωτοπώ… Τσακώθηκα με τους φίλους μου, τσακώθηκα με τους γονείς μου—κι όλα αυτά, εξαιτίας των κοριτσιών. Απόψε δεν είμαι δυσαρεστημένος που έκλεισα τα είκοσι, γιατί λέω: ουφ! τα χειρότερα πέρασαν. Η εφηβεία; Ευχαριστώ πολύ — δε θα πάρω…
Πρώτα απ’ όλα, Θεέ, σημειώνω ότι δεν ήρθες. Σήμερα, με όλα αυτά τα προβλήματα της εφηβείας που σου ’λεγα, κοιμήθηκα πολύ λίγο, οπότε αποκλείεται να μη σ’ έπαιρνα είδηση. Κι έπειτα, σ’ το ξαναλέω: αν έχω πάρει κάναν υπνάκο, σκούντα με.
Όταν ξύπνησα, η θεία Ροζ ήταν εδώ. Την ώρα που έτρωγα το πρωινό μου, μού διηγήθηκε τους αγώνες εναντίον της Βασιλικής Ρώγας, μιας βελγίδας παλαίστριας που κάθε μέρα κατέβαζε τρία κιλά ωμό κρέας κι ένα βαρέλι μπίρα. Απ’ ό,τι μου είπε η θεία Ροζ, το πιο ισχυρό σημείο της Βασιλικής Ρώγας ήταν το χνώτο της, λόγω της ζύμωσης κρέατος-μπίρας, και μόνο αυτό αρκούσε για να ρίξει τις αντιπάλους της στο καναβάτσο. Για να τη νικήσει, η θεία Ροζ χρειάστηκε να επινοήσει ένα κόλπο: φόρεσε μια κουκούλα, τη μούσκεψε στη λεβάντα και πήρε τ’ όνομα η Βασανίστρια του Καρπεντρά. Το κατς, λέει πάντα, δε θέλει μόνο μούσκουλα, αλλά και μυαλό.
«Ποιον αγαπάς πολύ, Όσκαρ;»
«Εδώ; Στο νοσοκομείο;»
«Ναι.»
«Τον Μπέικον, τον Αϊνστάιν, τον Ποπ Κορν.»
«Κι απ’ τα κορίτσια…;»
Αυτή η ερώτηση με βραχυκύκλωσε. Δε γούσταρα ν’ απαντήσω. Όμως η θεία Ροζ περίμενε, και μπροστά σε μια διεθνούς κλάσεως παλαίστρια του κατς δεν μπορείς να το παίζεις τρελός για πολλή ώρα.
«Την Πέγκι Μπλου.»
Η Πέγκι Μπλου είναι το μπλε παιδάκι. Μένει στο προτελευταίο δωμάτιο, στο βάθος του διαδρόμου. Χαμογελάει ευγενικά, αλλά δε μιλάει σχεδόν ποτέ — σαν μια νεράιδα που έκανε μια στάση στο νοσοκομείο να πάρει μιαν ανάσα. Πάσχει από μια περίεργη ασθένεια, την μπλε ασθένεια, ένα πρόβλημα με το αίμα που, ενώ θα ’πρεπε να πηγαίνει στους πνεύμονες, δεν πηγαίνει, κι όλο το δέρμα γίνεται μπλε. Περιμένει μια εγχείρηση που θα την κάνει ροζ. Εγώ πιστεύω πως είναι κρίμα· μια χαρά είναι έτσι μπλε η Πέγκι Μπλου. Γύρω της είναι πολύ φως και γαλήνη — όταν πας κοντά της, είναι σαν να μπαίνεις σε εκκλησία.
«Της το ’χεις πει;»
«Δεν υπάρχει περίπτωση να πάω να στηθώ μπροστά της και να της πω! «Πέγκι Μπλου, σ’ αγαπώ πολύ».»
«Και γιατί, παρακαλώ;»
«Πρώτα απ’ όλα, γιατί δεν ξέρω αν ξέρει ότι υπάρχω.»
«Ένας λόγος παραπάνω.»
«Έχετε δει πώς είμαι; Θα πρέπει να της αρέσουν οι εξωγήινοι, και δεν είμαι πολύ σίγουρος γι’ αυτό.»
«Εγώ σε βρίσκω πολύ όμορφο, Όσκαρ.»
Στο σημείο αυτό, η θεία Ροζ πάτησε λίγο φρένο στη συζήτηση. Είναι ευχάριστο ν’ ακούς τέτοια πράγματα, σου σηκώνεται η τρίχα, άλλα δεν έχεις τι να πεις.
«Δε θέλω να τη γοητεύσω μόνο με την εμφάνιση μου, θεία Ροζ.»
«Τι αισθάνεσαι γι’ αυτήν;»
«Θέλω να την προστατέψω απ’ τα φαντάσματα.»
«Τι; Φαντάσματα; Έχει εδώ φαντάσματα;»
«Αν έχει, λέει! Κάθε νύχτα! Μας ξυπνάνε — κανείς δεν ξέρει γιατί. Μας τρελαίνουν στις τσιμπιές. Φοβόμαστε, γιατί δεν τα βλέπουμε. Ξυπνάμε, κι άντε μετά να μας ξαναπιάσει ύπνος.»
«Εσύ βλέπεις συχνά φαντάσματα;»
«Όχι. Εγώ κοιμάμαι πολύ βαθιά. Αλλά καμιά φορά, τη νύχτα, ακούω την Πέγκι Μπλου να φωνάζει. Θα ’θελα να την προστατέψω.»
«Τράβα να της το πεις.»
«Όπως και να ’χει, δε θα μπορούσα να το κάνω, γιατί, τη νύχτα, δεν επιτρέπεται να βγούμε απ’ το δωμάτιο μας. Έτσι λέει ο κανονισμός.»
«Σάμπως τα φαντάσματα γνωρίζουν τον κανονισμό; Όχι, βέβαια! Σκέψου πονηρά: αν σ’ ακούσουν να λες στην Πέγκι Μπλου ότι θα φυλάξεις σκοπιά για να την προστατέψεις απ’ αυτά, εσύ τι λες; Θα τολμήσουν να έρθουν;»
«Καλά… καλά…»
«Πόσων χρονών είσαι, Όσκαρ;»
«Δεν ξέρω. Τι ώρα είναι;»
«Δέκα. Μπαίνεις στα δεκαπέντε. Δε νομίζεις ότι είναι καιρός να αντιμετωπίσεις τα αισθήματα σου;»
Στις δέκα και μισή, το αποφάσισα και πήγα μέχρι την πόρτα του δωματίου της: ήταν ανοιχτή·
«Γεια σου, Πέγκι. Είμαι ο Όσκαρ.»
Ήταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι της, ίδια η Χιονάτη περιμένοντας το πριγκιπόπουλο, όταν οι χαζονάνοι νόμιζαν ότι είχε πεθάνει, αλλά ίδια η Χιονάτη όπως στις φωτογραφίες με χιόνια όπου το χιόνι δεν είναι άσπρο αλλά μπλε.
Γύρισε προς το μέρος μου, κι εκείνη τη στιγμή αναρωτήθηκα αν θα με περνούσε για τον πρίγκιπα ή για έναν απ’ τους νάνους. Εγώ, επειδή είναι ξυρισμένο το κεφάλι μου, θα ’λεγα «έναν απ’ τους νάνους», αλλά εκείνη δεν είπε τίποτα, κι αυτό είναι το καλό με την Πέγκι Μπλου: δε λέει ποτέ τίποτα, κι όλα μένουν μυστήριο.
«Ήρθα να σου ανακοινώσω ότι απόψε το βράδυ κι όλα τα βράδια από δω και στο εξής, αν το θέλεις κι εσύ, θα φυλάω σκοπιά μπροστά από το δωμάτιο σου για να σε προστατέψω απ’ τα φαντάσματα.»
Με κοίταξε, τρεμόπαιξε τις βλεφαρίδες, κι είχα την εντύπωση ότι η ταινία παιζόταν σε αργή κίνηση, ότι ο αέρας γινόταν πιο αέρινος και η σιωπή πιο σιωπηλή, ότι βάδιζα όπως βαδίζεις μέσα στο νερό, ότι όλα άλλαζαν όσο ζύγωνα το κρεβάτι της, το φωτισμένο από ένα φως που έπεφτε από πουθενά.
«Ένα λεπτό, Γλόμπε! Εγώ θα φυλάξω την Πέγκι!»
Ο Ποπ Κορν στεκόταν στο άνοιγμα της πόρτας ή, μάλλον, γέμιζε το άνοιγμα της πόρτας. Μ’ έκοψε κρύος ιδρώτας. Ήμουν σίγουρος πως, αν αυτός φυλούσε σκοπιά, ούτε ένα φάντασμα δε θα μπορούσε να περάσει.
Ο Ποπ Κορν έκλεισε το μάτι στην Πέγκι.
«Ε, Πέγκι; Δεν είμαστε φιλαράκια εσύ κι εγώ;»
Η Πέγκι κοίταξε το ταβάνι. Ο Ποπ Κορν το πήρε αυτό για «ναι» και με τράβηξε προς τα έξω.
«Αν θες κορίτσι, πάρε τη Σαντρίν. Η Πέγκι είναι πιασμένη.»
«Με ποιο δικαίωμα;»
«Με το δικαίωμα του ότι ήμουν εδώ πριν από σένα. Άμα δε συμφωνείς, παλεύουμε.»
«Συμφωνώ και με το παραπάνω.»
Ήμουν κάπως κουρασμένος και πήγα να καθίσω λίγο στο δωμάτιο της ψυχαγωγίας. Εκεί ακριβώς ήταν και η Σαντρίν. Η Σαντρίν έχει λευχαιμία, όπως κι εγώ, αλλά σ’ αυτήν, απ’ ό,τι φαίνεται, η θεραπεία πάει καλά. Τη φωνάζουν Κινέζα, γιατί φοράει μια μαύρη περούκα, γυαλιστερή, με ίσια μαλλιά και με φράντζα, κι αυτό την κάνει να μοιάζει σαν Κινέζα. Με κοιτάζει ενώ σκάει μια τσιχλόφουσκα.
«Αν θέλεις, μπορείς να με φιλήσεις.»
«Γιατί; Δε σου φτάνει η τσίχλα;»
«Πες καλύτερα ότι δεν μπορείς, μικρέ! Είμαι σίγουρη ότι δεν το ’χεις ξανακάνει.»
«Χα χα! Εδώ γελάνε! Είμαι δεκαπέντε και το ’χω κάνει πολλές φορές — να ’σαι σίγουρη.»
«Δεκαπέντε είσαι;» μου κάνει, έκπληκτη.
Κοιτάζω το ρολόι μου για να σιγουρευτώ.
«Ναι! δεκαπέντε περασμένα.»
«Πάντα ονειρευόμουνα να με φιλήσει ένας ψηλός δεκαπεντάρης.»
«Δεν ξέρεις τι χάνεις» λέω.
Και τότε κολλάει τα χείλη της και τα πετάει προς τα έξω, σαν μια βεντούζα που κολλάει στο τζάμι, και καταλαβαίνω ότι περιμένει φιλί.
Ρίχνω μια ματιά γύρω μου και βλέπω να με κοιτάζουν όλοι οι φίλοι μου. Δεν το συζητάω να κάνω πίσω. Πρέπει να φανώ άντρας. Καιρός είναι.
Πλησιάζω και τη φιλώ. Εκείνη μ’ αγκαλιάζει σφιχτά, δεν μπορώ να ξεκολλήσω, το φιλί είναι υγρό, και ξαφνικά η Σαντρίν μού πασάρει την τσίχλα της. Κι εγώ, μέσα στην ταραχή μου, την κατάπια. Ήμουν έξαλλος.
Εκείνη τη στιγμή, κάποιος με χτύπησε στην πλάτη. Το ’να κακό φέρνει τ’ άλλο: οι γονείς μου. Είχα ξεχάσει ότι ήταν Κυριακή!
«Δε θα μας συστήσεις στη φίλη σου, Όσκαρ;»
«Δεν είναι φίλη μου.»
«Ό,τι και να ’ναι, σύστησε μας.»
«Από δω η Σαντρίν. Οι γονείς μου. Η Σαντρίν.»
«Χαίρομαι που σας γνωρίζω» λέει η Σαντρίν μ’ ένα γλυκερό ύφος.
Έτσι μου ’ρχόταν να την πνίξω.
«Θέλεις να ’ρθει η Σαντρίν στο δωμάτιο σου μαζί μας;»
«Όχι. Η Σαντρίν θα μείνει εδώ.»
Επιστρέφοντας στο κρεβάτι μου, ένιωσα κουρασμένος και κοιμήθηκα λιγάκι. Έτσι κι αλλιώς, δεν ήθελα να τους μιλήσω.
Όταν ξύπνησα, είδα ότι, όπως πάντα, μου είχαν φέρει δώρα. Από τότε που μένω μόνιμα στο νοσοκομείο, οι γονείς μου δεν τα καταφέρνουν στη συζήτηση· οπότε, μου φέρνουν δώρα, και περνάμε ολόκληρα θλιβερά απογεύματα διαβάζοντας τους κανόνες και τις οδηγίες των παιχνιδιών. Ο πατέρας μου είναι τρομερός με τις οδηγίες: τις διαβάζει, ακόμα κι αν είναι στα τούρκικα ή στα γιαπωνέζικα. Ο πατέρας μου είναι παγκόσμιος πρωταθλητής στα χαμένα κυριακάτικα απογεύματα.
Σήμερα, το δώρο του ήταν ένα ντίσκμαν. Όταν σου κάνουν δώρο ένα ντίσκμαν, δεν γκρινιάζεις, ακόμα κι αν τρώγεσαι να το κάνεις.
«Δεν ήρθατε και χτες;»
«Χτες; Πώς σου ’ρθε αυτό; Μόνο Κυριακές δεν ερχόμαστε;»
«Κάποιος είδε το αυτοκίνητο σας στο πάρκινγκ.»
«Μόνο ένα κόκκινο τζιπ υπάρχει στον κόσμο; Τα αυτοκίνητα είναι για να τ’ αλλάζει ο κόσμος.»
«Σωστά. Δεν είναι σαν τους γονείς. Κρίμα.»
Έμειναν σύξυλοι. Μετά κι εγώ πήρα το ντίσκμαν κι άκουσα δύο φορές απανωτά, μπροστά τους, ολόκληρο τον Καρυοθραύστη. Επί δύο ώρες δεν μπορούσαν να πουν κουβέντα. Τόσο το καλύτερο γι’ αυτούς.
«Σ’ αρέσει;»
«Ναι. Νυστάζω.»
Τότε κατάλαβαν πως έπρεπε να φύγουν. Είχαν τα χάλια τους. Αναποφάσιστοι. Ένιωθα ότι ήθελαν να μου πουν πολλά, αλλά δεν τα κατάφερναν.
Ήταν ωραίο να τους βλέπεις να υποφέρουν κι αυτοί με τη σειρά τους.
Έπειτα η μητέρα μου έπεσε πάνω μου, μ’ έσφιξε πολύ δυνατά, παρά πολύ δυνατά, και είπε με τρεμάμενη φωνή:
«Σ’ αγαπώ, μικρέ μου Όσκαρ, σ’ αγαπώ πάρα πολύ».
Είπα να αντισταθώ, αλλά, την τελευταία στιγμή, την άφησα να το κάνει. Θυμήθηκα τα παλιά, τότε που τα χάδια της ήταν απλά χάδια, τότε που δεν είχε αγωνία στη φωνή της όταν μου έλεγε πως μ’ αγαπούσε.
Μετά απ’ όλα αυτά, έπεσα και κοιμήθηκα.
Η θεία Ροζ είναι η πρωταθλήτρια του ξυπνήματος. Τερματίζει πάντα τη στιγμή ακριβώς που ανοίγω τα μάτια. Και πάντα με το χαμόγελο.
«Πώς πήγε με τους γονείς σου;»
«Πώς να πάει… Όπως πάντα. Σήμερα μου έκαναν δώρο τον Καρυοθραύστη.»
«Καρυοθραύστη; Τι περίεργο! Είχα μια φίλη που τη λέγαν έτσι. Εκεί να δεις πρωταθλήτρια! Έσπαγε με τα μπούτια της το σβέρκο των αντιπάλων της. Πήγες στην Πέγκι Μπλου;»
«Μη μου μιλάτε γι’ αυτήν. Είναι αρραβωνιασμένη με τον Ποπ Κορν.»
«Αυτή σου το είπε;»
«Όχι· αυτός.»
«Μπλοφάρει!»
«Δε νομίζω. Είμαι σίγουρος ότι της αρέσει πιο πολύ απ’ ό,τι εγώ. Είναι πιο δυνατός, πιο… προστατευτικός.»
«Μπλοφάρει, σού λέω! Εγώ, που έδειχνα σαν ποντικάκι πάνω στο ρινγκ, έχω νικήσει παλαίστριες που έμοιαζαν με φάλαινες και ιπποπόταμους. Όπως εκείνη η Ιρλανδέζα, η Πουτίγκα! εκατόν πενήντα κιλά νηστικιά, με κάτι μπράτσα σαν τα μπούτια μου και κάτι δικέφαλους σαν χοιρομέρια! Δεν μπορούσα ν’ αγκαλιάσω τις γάμπες της! Κι αφού δεν είχε μέση, δεν μπορούσα ούτε λαβή να της κάνω. Ανίκητη!»
«Και τι κάνατε;»
«Την ανάγκασα να τρέχει γύρω γύρω, ώστε να την κουράσω, και μετά την έριξα ανάσκελα.
Χρειάστηκε γερανός για να ξανασηκωθεί. Εσύ, είναι αλήθεια ότι είσαι ελαφροκόκαλος και δεν έχεις πολύ κρέας πάνω σου, όμως η γοητεία δεν έχει να κάνει μόνο με τα κόκαλα και το κρέας, αλλά και με την καρδιά. Κι εσύ, μικρέ μου Όσκαρ, έχεις μπόλικη καρδιά.»
«Εγώ;»
«Τράβα να βρεις την Πέγκι Μπλου κι άνοιξε της την καρδιά σου.»
«Είμαι λίγο κουρασμένος.»
«Κουρασμένος; Πόσων χρονών είσαι αυτή την ώρα; Δεκαοκτώ; Στα δεκαοκτώ δεν κουραζόμαστε.»
Ο τρόπος που μιλάει η θεία Ροζ, σου δίνει δύναμη.
Είχε νυχτώσει, οι ήχοι ακούγονταν πιο δυνατοί στο μισοσκόταδο, το φεγγάρι καθρεφτιζόταν στο λινόλαιο του διαδρόμου.
Μπήκα στο δωμάτιο της Πέγκι και της πρότεινα το ντίσκμαν μου.
«Σου ’φερα ν’ ακούσεις το «Βαλς των νιφάδων». Είναι τόσο όμορφο, και σε θυμήθηκα.»
Όσην ώρα η Πέγκι άκουγε το «Βαλς των νιφάδων», χαμογελούσε θαρρείς και το βαλς ήταν μια παλιά της φιλενάδα που της έλεγε ανέκδοτα στ’ αφτί.
Μου επέστρεψε τη συσκευή και μου είπε!
«Ωραίο είναι».
Αυτή ήταν η πρώτη της κουβέντα που μου είπε. Δεν είναι θαυμάσια για πρώτη κουβέντα;
«Θέλω να σου πω κάτι, Πέγκι Μπλου, δε θέλω να χειρουργηθείς. Είσαι όμορφη έτσι. Είσαι όμορφη έτσι μπλε.»
Πρόσεξα ότι της είχε αρέσει αυτό. Δεν ξέρω γιατί, αλλά της είχε αρέσει.
«Απόψε, Όσκαρ, θέλω εσύ να με φυλάξεις απ’ τα φαντάσματα.»
«Βασίσου σε μένα, Πέγκι.»
Καμάρωνα. Τελικά, είχα νικήσει!
«Φίλησε με.»
Αυτή η ιστορία με τα φιλιά, πώς να το πω… φαίνεται πως τα κορίτσια τα ’χουν ανάγκη τα φιλιά. Όμως η Πέγκι, σε αντίθεση με την Κινέζα, δεν είναι ανώμαλη — μου πρότεινε το μάγουλο, και είν’ αλήθεια ότι κι εγώ λαχταρούσα να τη φιλήσω.
«Καληνύχτα, Πέγκι.»
«Καληνύχτα, Όσκαρ.»
Έτσι πέρασε η μέρα μου, Θεέ. Τώρα καταλαβαίνω γιατί την εφηβεία τη λένε άχαρη ηλικία. Είναι δύσκολη. Τελικά, όμως, έτσι και πατήσεις τα είκοσι, φτιάχνουν τα πράγματα. Άκου τώρα, λοιπόν, τη χάρη της ημέρας», θέλω να παντρευτώ την Πέγκι. Δεν είμαι σίγουρος αν ο γάμος ανήκει στα πνευματικά θέματα, αν δηλαδή είναι η ειδικότητα σου. Κάνεις και τέτοιες χάρες; Συνοικέσια; Αν όχι, πες το μου, για ν’ απευθυνθώ στον ειδικό. Δε θέλω να σε πιέσω, αλλά σε προειδοποιώ: δεν έχω πολύ καιρό. Έχουμε, λοιπόν, και λέμε, γάμος του Όσκαρ και της Πέγκι Μπλου. Ναι ή όχι. Δες τι μπορείς να κάνεις.
Τα λέμε. Φιλάκια, Όσκαρ.
Υ.Γ. Αλήθεια, ποια είναι η διεύθυνση σου;
Τα προηγούμενα γράμματα του Όσκαρ εδώ

Διαβάστε επίσης:

Μοιραστείτε το:

Comments