Αγαπητέ Θεέ,

Σήμερα χειρουργήθηκε η Πέγκι Μπλου. Πέρασα δέκα τρομερά χρόνια. Είναι δύσκολη αυτή η δεκαετία των τριάντα· είναι η ηλικία της έγνοιας και των ευθυνών.

Τελικά, η Πέγκι δεν μπόρεσε να έρθει χτες τη νύχτα, γιατί η κυρία Ντικρί, η νυχτερινή αδελφή, έμεινε μαζί της για να την προετοιμάσει για τη νάρκωση. Το φορείο την πήρε γύρω στις οκτώ. Ένιωσα ένα σφίξιμο στην καρδιά όταν είδα την Πέγκι να περνάει ξαπλωμένη πάνω στο φορείο, κι έτσι όπως είναι κοντούλη κι αδύνατη, ίσα που φαινόταν κάτω από τα πράσινα σεντόνια.

Η θεία Ροζ μου κράτησε το χέρι για να μην ταραχτώ.

«Γιατί ο Θεός σας, θεία Ροζ, τα επιτρέπει αυτά σε ανθρώπους όπως η Πέγκι κι εγώ;»

«Ευτυχώς που υπάρχετε, μικρέ μου Όσκαρ… Πόσο άσχημη θα ’ταν η ζωή χωρίς εσάς!»

«Όχι… δεν καταλαβαίνετε. Γιατί ο Θεός επιτρέπει να είμαστε άρρωστοι; Είναι κακός ή απλώς δεν είναι έξυπνος;»

«Η αρρώστια είναι σαν το θάνατο, Όσκαρ. Είναι γεγονός. Δεν είναι τιμωρία.»

«Πώς φαίνεται ότι δεν είστε άρρωστη!»

«Αχ και να ’ξερες, Όσκαρ…»

Αυτό με τσάκισε. Δε μου ’χε περάσει από το νου ότι η θεία Ροζ που είναι πάντα τόσο διαθέσιμη, τόσο περιποιητική, μπορούσε να έχει τα δικά της προβλήματα.

«Μη μου κρύβετε πράγματα, θεία Ροζ — έμενα μπορείτε να μου τα λέτε όλα. Είμαι σχεδόν τριάντα δύο ετών, έχω καρκίνο, η γυναίκα μου έκανε μια σοβαρή εγχείρηση — άρα, την έχω φάει τη ζωή με το κουτάλι.»

«Σ’ αγαπώ, Όσκαρ.»

«Κι εγώ. Τι μπορώ να κάνω για να σας λύσω τα προβλήματα; Θέλετε να σάς υιοθετήσω;»

«Να με υιοθετήσεις;»

«Ναι· όπως υιοθέτησα και τον Μπερνάρ όταν είδα ότι είχε τις μαύρες του.»

«Ποιος είναι ο Μπερνάρ;»

«Ο αρκούδος μου. Εκεί, στο ντουλάπι… πάνω στο ράφι. Είναι ο παλιός μου αρκούδος — δεν έχει πια ούτε μάτια ούτε στόμα ούτε μύτη, έχει αδειάσει σχεδόν ο μισός, κι είναι όλο σκισίματα. Σας μοιάζει λίγο. Τον υιοθέτησα το βράδυ που οι δύο χαζοί γονείς μου μού έφεραν έναν καινούργιο. Λες και υπήρχε περίπτωση να δεχτώ εγώ έναν καινούργιο αρκούδο! Καλύτερα να αντικαθιστούσαν εμένα μ’ ένα ολοκαίνουργιο αδελφάκι! Από κείνη τη μέρα τον υιοθέτησα. Θα του αφήσω ό,τι έχω και δεν έχω. Θέλω να υιοθετήσω κι εσάς, αν αυτό νομίζετε ότι θα σας κάνει καλό.»

«Μετά χαράς, Όσκαρ. Πιστεύω ότι θα μου κάνει πολύ καλό.»

«Κόλλα το, λοιπόν, θεία Ροζ!»

Ύστερα, πήγαμε κι ετοιμάσαμε το δωμάτιο της Πέγκι, φέραμε σοκολάτες, βάλαμε λουλούδια για την επιστροφή της.

Μετά, κοιμήθηκα. Είναι απίστευτο πόσο κοιμάμαι τώρα τελευταία!

Κατά το βραδάκι, με ξύπνησε η θεία Ροζ και μου είπε ότι η Πέγκι Μπλου είχε γυρίσει στο δωμάτιο της κι ότι η εγχείρηση είχε πετύχει.

Πήγαμε μαζί να τη δούμε. Οι γονείς της στέκονταν στο προσκέφαλο της. Δεν ξέρω τι τους είχαν πει η Πέγκι ή η θεία Ροζ, αλλά έδειχναν να ξέρουν ποιος είμαι, γιατί μου φέρθηκαν με πολύ σεβασμό, μ’ έβαλαν να καθίσω ανάμεσα τους, κι έτσι πρόσεχα τη γυναίκα μου μαζί με τα πεθερικά μου.

Ήμουν χαρούμενος γιατί η Πέγκι ήταν ακόμα μπλε. Πέρασε ο γιατρός Ντίσελντορφ, έσμιξε τα φρύδια και είπε ότι το χρώμα θα άλλαζε σιγά-σιγά τις επόμενες ώρες. Κοίταξα τη μητέρα της Πέγκι που μπορεί να μην είναι μπλε αλλά είναι όμορφη, και είπα μέσα μου ότι, δε βαριέσαι, εγώ τη γυναίκα μου, την Πέγκι, θα την αγαπώ ό,τι χρώμα και να ’χει.

Η Πέγκι άνοιξε τα μάτια, μας χαμογέλασε (σε μένα, στους γονείς της) και ξανακοιμήθηκε.

Οι γονείς της είχαν ησυχάσει, αλλά έπρεπε να φύγουν.

«Σου εμπιστευόμαστε την κόρη μας» μου είπαν. «Ξέρουμε ότι μπορούμε να βασιζόμαστε σε σένα.»

Έμεινα μαζί με τη θεία Ροζ μέχρι που η Πέγκι ξανάνοιξε τα μάτια, κι ύστερα πήγα στο δωμάτιο μου να ξεκουραστώ.

Τώρα που τελειώνω το γράμμα μου, συνειδητοποιώ ότι, τελικά, δεν ήταν άσχημη η σημερινή μέρα. Οικογενειακή. Υιοθέτησα τη θεία Ροζ, συμπάθησα και με συμπάθησαν τα πεθερικά μου, και ξαναβρήκα τη γυναίκα μου υγιή, ακόμα κι αν, γύρω στις έντεκα, άρχισε να γίνεται ροζ.

Τα λέμε. Φιλάκια, Όσκαρ.

Υ.Γ. Δεν έχει χάρη σήμερα. Θα ξεκουραστείς.

Τα προηγούμενα γράμματα εδώ

Διαβάστε επίσης:

Μοιραστείτε το:

Comments