Οι Θεοί έκαναν πολύ καλά σαν όρισαν πως και οι φτωχοί μπορούν να γελάνε δυνατά. Μέσα στα χαλάσματα δεν ακούς μόνο κλάματα μα και γέλια καρδιακά. Και είναι πάρα πολύ αληθινό πώς μερικές φορές οι φτωχοί γελάνε όταν θα έπρεπε να κλαίνε.

Τούς ξέρω καλά, τούτους τούς ανθρώπους. Τούτη η γενιά του πατέρα μου ανέβηκε τα πιο δύσκολα σκαλιά της μιζέριας. Ήταν τότε χειριστής σ’ ένα μηχανολογικό εργαστήρι. Δεν περηφανεύεται για το τότε, ούτε άλλωστε και κανείς άλλος. Κι όμως ειν’ η αλήθεια. Και είναι ακόμα αλήθεια πώς ποτέ στη μελλούμενη ζωή μου δε θα γελάσω τόσο όσο σε κείνα τα λίγα παιδικά μου χρόνια… Πώς να γελάσω, όταν δεν έχω πια τη χαρούμενη μητέρα μου με το κόκ­κινο πρόσωπο, που ήξερε να γελάει τόσο πού δάκρια τρέχαν απ’ τα μάτια της και την έπιανε τέτοιος βήχας πού στο τέλος σχεδόν πνιγόταν. Και ποτέ δε γέλασε τόσο πολύ όσο τη φορά πού οι δυο μας περάσαμε ένα ολόκληρο απόγευμα να ψάχνουμε για εφτα δεκάρες. Τις ψάξαμε και τις βρήκαμε. Τρεις μέσα στο συρτάρι της ραπτομηχανής, μια μέσα στη ντουλάπα — οι άλλες μας δυσκόλεψαν πιο πολύ.

Τις τρεις πρώτες δεκάρες τις ανακάλυψε η μητέρα μου. Περίμενε να βρει περισσότερες σε κείνο το συρταράκι, γιατί συνήθιζε να ράβει για τούς ξένους και πάντα έβαζε μέσα ‘κεί το κέρδος της. Για μένα, το συρτάρι αυτό ήταν μια αστείρευτη πηγή θησαυρών, όπου έφτανε να χώσω το χέρι για να απλωθεί πάνω στο τραπέζι ένας σωρός θαυμαστά πράματα.

Γι’ αυτό ξαφνιάστηκα πολύ όταν ή μητέρα μου, ψάχνοντας κι ανακατεύοντας βελόνες, ζάρια, ψαλίδια, κομμάτια κορδέλες, τρέσες, κουμπιά, φώναξε ξάφνου με έκπληξη :

—    Κρυφτήκανε.

—    Τι πράμα;

—    Οι δεκαρούλες… είπε η μάνα μου κι έσκασε στα γέλια.

Έβγαλε ολόκληρο το συρτάρι.

—    Έλα, αγοράκι μου. Θα τις βρούμε κι ας μην το θέλουν κι ας κρύβονται, οι πονηρούλες. Αυτές οι μικρές, οι κακές δεκάρες.

Γονάτισε κι ακούμπησε το συρτάρι στο πάτωμα, με χίλιες προ­φυλάξεις, σα να φοβόταν μήπως πετάξουν — μέχρι και πού το σκέπασε άξαφνα, σαν πεταλούδα, κάτω από ένα καπέλο.

Ήταν αδύνατο να μη γελάσει κανείς.

—     Τώρα πιάστηκαν, είπε γελώντας, χωρίς να βιάζεται να ξεσκε­πάσει το συρτάρι. Ακόμα και μια μόνο αν υπάρχει πρέπει να ‘ναι εκεί. Γονάτισα κι εγώ και παραμόνευα τη γυαλιστερή δεκάρα πού έπρεπε να παρουσιαστεί. Μα τίποτα δεν κουνήθηκε. Είχαμε στ’ αλήθεια ελπίσει πώς κάτι θα ξεπεταγόταν. Τα βλέμματα μας διασταυρώθηκαν και γελάσαμε με αυτό το παιδιάστικο αστείο. Άγγιξα το ανάποδο- γυρισμένο συρτάρι.

—    Σούτ, ψιθύρισε ή μητέρα μου. Σιγά, γιατί αλλιώς θα το σκά­σουνε. Δεν ξέρεις ακόμα τι σερπετά ζώα πούν’ οι δεκάρες..

Τρέχουνε τόσο γρήγορα, κυλάνε και πώς…

Είχαμε σκάσει στα γέλια, γιατί ξέραμε από πείρα πόσο γρήγορα κυλάνε τα λεφτά. Όταν καταφέραμε να σοβαρευτούμε λίγο άπλωσα το χέρι για ν’ αδειάσω το συρτάρι.

—    Έ! φώναξε πάλι ή μητέρα μου.

Τρόμαξα και τράβηξα τα δάχτυλά μου, τόσο γρήγορα σα να ‘χα αγγίξει κανένα καυτό τηγάνι.

—    Το νου σου, σπάταλο παιδί. Να σε, βιαστικός – βιαστικός, έτοιμος να τις ξοδέψεις. Όσο κρύβονται κει μέσα είναι δικές μας. Άστες να μείνουν ακόμα λίγο, γιατί βλέπεις θα βάλω μπουγάδα και θέλω σαπούνι. Μου χρειάζονται τουλάχιστον εφτά δεκάρες, αλλιώς σαπούνι δε μου δίνουν. Έχω κιόλας βρει τρεις. Θέλω ακόμα τέσσερις, πού κρύβονται εδώ, μέσα σ’ αυτό το σπιτάκι. Μένουν εκεί και δεν τούς αρέσει να τις ενοχλείς, αλλιώς θυμώνουν και του δίνουνε, για να μην ξαναρθούν ποτέ. Πρόσεχε λοιπόν καλά, γιατί τα λεφτά είναι περήφανα, πρέπει να τα παίρνεις με το μαλακό… πρέπει να τα τιμάς. Θυμώνουν για ένα ναι ή για ένα όχι, αυτά τα δεσποινίδια. Δεν ξέρεις κανένα μαγικό για να τις βγάλεις, όπως κάνουμε με τα σαλιγκάρια;

Πόσες φορές γελάσαμε, όλη κείνη την ώρα! Δεν ξέρω, αλλά αυτό πού είπε για τα σαλιγκάρια, ήταν τόσο αστείο…

Βγείτε παλιοδεκάρες, το σπίτι σας πήρε φωτιά!

Κι αναποδογύρισα το σπιτάκι τους.

Υπήρχαν εκεί ένα σωρό μικροαηδίες, μα λεφτά τίποτα. Ή μάνα μου έψαξε, με κάποια πίκρα : τίποτα. Μάζεψα όλα τα μικρο­πράματα και τα ξανάβαλα στο συρτάρι. Όλη αυτή την ώρα ή μητέρα μου σκεπτόταν με μανία. Δεν έβαλε κάποτε λεφτά… κάπου… Μα δε θυμόταν τίποτα. Μου ήρθε μια ιδέα :

—    Μαμά, ξέρω που έχει δεκάρες.

—    Που, γιέ μου, να τις ψάξουμε προτού λιώσουν σαν το χιόνι;

—   Στη ντουλάπα με τον καθρέφτη, μες στο συρτάρι.

—   «Αχ, φουκαρά μου, καλά πού δεν το πες πιο πριν γιατί τώρα δε θα τις είχαμε πια.

ΣΗΚΩΘΗΚΑΜΕ και πήγαμε στη ντουλάπα με τον καθρέφτη, πού από

πολύν καιρό τώρα δεν είχε πια καθρέφτη. Κι όμως, στο συρτάρι της βρέθηκε ή δεκάρα πού ήξερα. Τρεις μέρες τώρα ετοιμαζόμουν να τη βουτήξω αυτή τη δεκάρα, χωρίς ποτέ να τολμάω. Με τι χαρά θ’ αγόραζα καραμέλες, αν είχα αυτό το κουράγιο.

—    Να κιόλας τέσσερις δεκάρες. Μη σε νοιάζει, το πιο δύσκολο έχει γίνει. Δε μου λείπουν πια παρά τρεις. Αφού σε μια ώρα βρήκαμε τούτες τις τέσσερις δεκάρες, τ’ απόγευμα θα χουμε και τις άλλες τρεις. Και τότε θα μπορέσω να βάλω τη μπουγάδα μου πριν βραδιάσει. Εμπρός, γρήγορα, ίσως να βρούμε και τις άλλες στ’  άλλα συρτάρια.

Ω, αν είχε στ’ άλλα συρτάρια… Μήπως αυτή ή ντουλάπα δε βρισκόταν πρωτύτερα σε σπίτια όπου υπήρχαν τόσα πράματα να βάλει κανείς μέσα; Αλλά σε μάς τώρα, ή φτώχιά, δεν ήταν γεμάτη. Ήταν τόσο φθισικιά, τόσο σκουληκοφαγωμένη, τόσο ετοιμόρροπη…

Ή μάνα μου έκανε μια προσευχή σε κάθε συρτάρι:

—    Αυτό ήταν άλλοτε ένα πλούσιο συρτάρι, αύτο εδώ δεν είχε ποτέ τίποτα. Αυτό εκεί ήταν πάντα γεμάτο χρέη… Και συ, παλιοζητιάνε, ποτέ σου δεν είχες δεκάρα. Ούτε και θα ‘χεις ποτέ, φυλάς μέσα σου τη μιζέρια μας. Τόσο το χειρότερο για σένα, πού δε μου δίνεις όταν σου ζητώ. Τούτο δω είναι το πιο πλούσιο! ξεφώνισε με γέλια και, τραβώντας το τελευταίο συρτάρι πού δεν είχε πάτο, μου το πέρασε στο λαιμό και καθίσαμε χάμω σκασμένοι στα γέλια.

—    Στάσου, έκανε απότομα. Θα βρούμε αμέσως λεφτά. Πάω να ψάξω στο σακάκι τού πατέρα σου.

Είχε κάτι καρφιά στον τοίχο κι απάνω τους ήταν κρεμασμένα σακάκια. «Ω, του θαύματος! Βάζοντας το χέρι μέσα στη μια τσέπη, ή μητέρα μου έβγαλε αμέσως μια δεκάρα. Δεν πίστευε στα μάτια της.

—    Να το, φώναξε. Ορίστε. Πόσες μας κάνουν τώρα; Δεν κατα­φέρνουμε πια ούτε να τις μετρήσουμε. Μια, δυο, τρεις, τέσσερις, πέντε… Πέντε; Μας λείπουν μοναχά δυο. Τι είναι δυο δεκάρες; Τίποτα. Όπου υπάρχουν πέντε θα υπάρχουν κι άλλες δυο.

Έψαξε προσεχτικά όλες τις τσέπες, αλλά δυστυχώς άδικα. Ακόμα και τα πιο νόστιμα αστεία της δεν κατάφεραν να τραβήξουν ούτε μια δεκάρα παραπάνω. Ή συγκίνηση και ή προσπάθεια είχαν ζωγραφίσει δυο μεγάλα κόκκινα τριαντάφυλλα στα μάγουλα της μητέρας μου. Της είχαν απαγορέψει να δουλεύει, γιατί αυτό την αρρώσταινε. Εδώ όμως ήταν μια δουλειά ξεχωριστή. Σε κανέναν δε μπορείς ν’ απαγορέψεις να ψάχνει για λεφτά.

Ή ώρα του δειλινού ήρθε και πέρασε. Ή νύχτα άρχιζε να πέφτει. Ό πατέρας μου θα χρειαζόταν αύριο ένα πουκάμισο και… αδύνατο να πλύνουμε. Το νερό τού πηγαδιού δε μπορούσε μόνο του να, βγάλει τούς λεκέδες απ’ τα γράσα.

Άξαφνα ή μητέρα μου χτύπησε το κούτελό της :

—    «Αχ, βλάκας πού είμαι! Δεν κοίταξα καθόλου στις δικές μου τσέπες. Αλλά μιας και το σκέφτηκα ας πάω να δω!

Αυτό κι έκανε, αμέσως. Και να πού ξετρύπωσε μια δεκάρα. Την έκτη. Μας έπιασε κάτι σαν πυρετός. Δεν έλειπε πια παρά μία…

—    Δείξε μου τις τσέπες σου κι εσύ. Ίσως να υπάρχει καμιά μέσα εκεί…

Οι τσέπες μου… Μπορούσα να τις δείχνω όσο μου άρεσε, ήταν άδειες για καλά.

Η νύχτα έπεφτε κι ήμασταν εκεί, με τις έξι δεκάρες μας, τόσο άχρηστες όσο κι αν δεν είχαμε ούτε μια. Στου εβραίου δεν υπήρχε πίστωση και οι γείτονες ήταν φτωχοί σαν κι εμάς. Δε θα πηγαίναμε βέβαια τώρα να τούς ζητήσουμε μια δεκάρα ! Δεν είχαμε τίποτα άλ­λο να κάνουμε παρά να γελάμε καλόκαρδα για τη μιζέρια μας. Ή μάνα μου σχεδόν μέθυσε απ’ τα γέλια. Κείνη τη στιγμή παρουσιά­στηκε ένας ζητιάνος. Και με τραγουδιστή φωνή βάλθηκε να μάς λιβανίζει με τα παρακάλια του.

—    Φτάνει, φίλε μου ! είπε ή μητέρα. Έχασα όλο μου τ’ απόγεμα γιατί μου λείπει μια δεκάρα για μισό κιλό σαπούνι.

Ό ζητιάνος, γέρος, με πρόσωπο ατάραχο, σήκωσε πάνω της ένα ερωτηματικό βλέμμα.

—    Μια δεκάρα; είπε.

—    Έ, ναι…

—   Σας τη δίνω εγώ.

—    Αυτό δα μου λείπε! Να ζητήσω ελεημοσύνη από έναν ζητιάνο!

—   Άσε, κόρη μου, δε θα μου λείψει. Έχω κιόλας το να πόδι στον τάφο… και τότε… όλα θα πάνε καλά.

Μου βαλε τη δεκάρα στο χέρι κι έφυγε, σέρνοντας τα πόδια του και μουρμουρίζοντας ένα σωρό ευχαριστίες.

—    Δόξα να χει ό Θεός ! είπε ή μητέρα μου. Τρέχα τώρα…

Σταμάτησε μια στιγμή και μετά άρχισε ένα τρελό γέλιο.

—    Ά, τι καλά! Δε μπορώ πια να πλύνω, είναι νύχτα και στη λάμπα δεν έχουμε σταγόνα πετρέλαιο.

Πνιγόταν απ’ τα γέλια. Πνιγόταν όμως άσκημα. Πήγα κοντά της να την κρατήσω, κούνησε πολλές φορές το κεφάλι μες στις παλάμες της και κάτι ζεστό κύλησε στο χέρι μου.

Ήταν αίμα το αγαπημένο και ιερό αίμα της αυτηνής πού ήξερε τόσο καλά να γελάει όπως πολύ λίγοι ξέρουν, ακόμα και φτωχοί…

Ζίγκμοντ Μόριτς

Μοιραστείτε το:

Comments