Η καλαμιά αγαπούσε τον άνεμο. Εκείνος όλο έφευγε. Κάποτε γύρισε κουρασμένος και αδύναμος χαράματα.

– Πού ήσουν κι εγώ σε περίμενα; Θα μπερδεύτηκες πάλι στα μαλλιά της μικρής ή στην απλώστρα της με τα ασπρόρουχα. Ή μήπως φοβήθηκες τη βροχή και κρύφτηκες; Θα μου άρεσε να σε είχαν κρατήσει οι ερωτευμένοι και οι γέροντες για τον αναστεναγμό τους, μα δε θα μ’ άρεσε η μαγεύτρα η θάλασσα να σ’ έχει πάρει κι εγώ να περιμένω.

Ο άνεμος δε μίλησε. Πλησίασε μόνο και σε ένα τρύπιο καλάμι της καλαμιάς φύσηξε μια μελωδία με παράπονο.

Έτσι γεννήθηκε η φλογέρα.

Λουδοβίκος των Ανωγείων

Διαβάστε επίσης:

Μοιραστείτε το:

Comments