Silvia GravΜη δει αρσενικό να την κάνει να γελάσει, κολλούσε αμέσως σαν τσίχλα που μια δύναμη την κόλλησε επίμονα σ έναν τοίχο. Μα εκείνος ήταν αλλιώς, ήταν αλλιώς. Γελούσε πραγματικά. Την έκανε να γελάσει μέχρι την επομένη μέρα. Κι όταν εκείνος λυπόταν. Κι εκείνη λυπόταν. Κι όταν εκείνος τρελαινόταν. Κι εκείνη τρελαινόταν. Έτρεμε πολλές φορές. Έτρεμε από χαρά για εκείνον. Έτρεμε από λύπη για εκείνον.

Κάποιες φορές θύμωνε με τον εαυτό της γιατί είχε γίνει άλλη. Ήξερε όμως πως αυτή η άλλη ήταν πραγματική. Ήταν εκείνη που ήταν πάντα μα ο κόσμος της είχε φορέσει με βία μια εξαναγκαστική μάσκα. Θύμωνε καμία φορά γιατί έβλεπε τον εαυτό της να χει ηρεμήσει. Θύμωνε κυρίως γιατί είχε βρει κάτι που κρατούσε το άσπρο φως στη ζωή της. Είχε συνηθίσει τη μαυρίλα. Δεν ήθελε στηρίγματα. Δεν ήθελε αισιοδοξίες. Δεν ήθελε εξαρτήσεις από ανθρώπους. Εκείνος της είχε γδύσει το πρόσωπο από την ψεύτικη μάσκα της είχε βγάλει όλη την αθωότητα που έκρυβε μέσα της. Κοιτούσε ο ένας τον άλλο στα μάτια και αυτή ήταν η επικοινωνία τους. Μετέφεραν λέξεις μέσα από τη σιωπή κι από ταξιδιάρικα ματιές. Πάντα υπήρχε βεβαία η αμφιβολία.
Μα κομμάτι του παιχνιδιού ήταν κι αυτό.

Οι αϋπνίες, οι παραισθήσεις, οι εφιάλτες, τα απότομα μεσονύχτια ξυπνήματα συνέχιζαν να υπάρχουν, όμως. Αναρωτιόταν κι εκείνη όπως την άλλη «Πως είναι να τρελαίνεσαι;». Κάποιες φορές ανησυχούσε μα ύστερα δεν την πολυένοιαζε όπως κι αν κατέληγε. Κάποια πράγματα δεν ήταν ικανή να τα αποκρούσει. Κάποια από αυταπάτες εκείνον, τον απέκρουε προσωρινά γιατί ήξερε πως δεν γίνεται αλλιώς και πως στο μέλλον θα γκρεμιζόταν σαν ετοιμόρροπος σκελετός με μισοσπασμένα κόκαλα, εκείνη.
Γιατί το άσπρο φως, πολλές φορές την έντυνε με μαύρο.
Ήταν εκείνος κι εκείνη.

Καιρό τώρα απέφευγε να του λέει ότι τον αγαπά, προσπαθούσε να πείσει τον εαυτό της πως έφτασε η στιγμή να αφυπνιστεί, να ανασάνει επιτέλους δίχως το βάρος του.
Δεν τα κατάφερνε όμως. Αντίθετα, ολοένα και δενόταν περισσότερο, όσο τον αδικούσε μέσα της, τόσο μετά τον αγαπούσε και τόσο οδυνηρότερες επακολουθούσαν οι κρίσεις μεταμέλειας.
Οι μέρες που μεσολαβούσαν από τηλεφώνημα σε τηλεφώνημα ήταν αβάσταχτες, τις νύχτες τη βασάνιζαν αϋπνίες, κι όταν καμία φορά αποκοιμιόταν κατάκοπη, ξυπνούσε ύστερα από λίγο ταραγμένη και περνούσαν κάμποσα λεπτά ώσπου να διακρίνει τ’ αντικείμενα γύρω της και να νιώσει ξυπνητή. Φοβόταν μήπως σύντομα της έστελνε φιρμάνι  και τουλάχιστον αν προλάβαινε αυτή, ακριβώς ενόσω ακόμη θ’ αγαπιόνταν, πιθανόν να μην την πλήγωνε τόσο ο χωρισμός τους.

Έπαιρνε χαρτί και μολύβι, αλλά σαν να χε στομώσει, δεν ήξερε τι να του γράψει.
Κρατούσε σημειώσεις για ένα θεατρικό έργο που ίσως θα την ανακούφιζε η γραφή του, υπολόγιζε τους ήρωες, σχεδίαζε τον περίγυρο τους κι αμέσως πελάγωνε, δεν ήξερε πως να βολέψει τόσο υλικό, δεν ήξερε τι θέλει…

Μάρω Δούκα «Η Πλωτή Πόλη»

Διαβάστε επίσης:

Μοιραστείτε το:

Comments