Έλλη Λαμπέτη – Ρίτας Μπούμη Παπά (1950)

Ποιά είμαι; Από που ήρθα; Δεν το ξέρω
σε τοπία πανάρχαια παίζω και χορεύω
περπατώ αθόρυβα σαν μια υπνοβάτισσα
είμαι φτιαγμένη απ’ όνειρο και χιόνι.

Είμαι μια λύπη ολόλευκη και όταν γελώ
ένα λεπτό πένθος που δεν ξέρει τ’ όνομά του
μια πλήξη που λικνίζεται μέσα στη χαρά σας
βαριά να μ’ αγγίξουν δεν αντέχω ούτε στ’ όνειρο.

Είμαι άγγελος εξόριστος, χίλιες παρθένες ενσαρκώνω
η φωνή μου ξεκλειδώνει τ’ άνθινά τους μυστικά
κοντά μου γεύεστε, γι’ αυτό μ’ αγαπάτε,
τη νοσταλγία του χαμένου παραδείσου.

Για ‘μένα ο θάνατος είν’ ύπνος χρυσαλίδας
σπάργανο νέας γέννησης το σάβανο
ποτέ δε φοβήθηκα τα παγωμένα δάχτυλά του
σε Σάρα, Ελεωνόρα, Έμιλυ, μεταμορφώνομαι ολοένα.

Αυγές πλαγιάζω στα βιβλία των ποιητών
αιώνες ανασταίνω στη ράμπα τα όνειρά τους
πάντα κάποιος εκεί με φωνάζει μ’ ένα νέο όνομα
μέσα στη σιωπή που ευωδιάζει σαν τα φύκια.

Με το λεπτό μου χέρι κάθε βράδυ στην καρδιά
περνώ γεφύρια δίχως πίσω να κοιτάξω
μόλις λες έφυγα από κάπου σαστισμένη
σ’ άλλους καιρούς θα φόρεσα την ταραγμένη μου ζωή.

Που να καθρεφτιστώ; Είν’ οι καθρέφτες πέτρινοι
δεν ξέρω ποιά ενσάρκωση απ’ όλες είμαι
με μαλλιά ξέπλεκα στην έρημο του κόσμου υπνοβατώ
κάθε βράδυ μπρος σ’ ένα δάσος πρόσωπα.

Εκεί στα σκοτεινά με αόρατη αυλαία ψηλαφίζω
μ’ επίμονα στα μάτια μου ερωτηματικά
μπροστά μου οι πόρτες του αγνώστου τρίζουν ν’ ανοίξουν
Ανατριχιάζω. Είναι ο άνεμος που μ’ έφερε και θα με πάρει.

Νερού μαργαριτάρια πέφτουν απ’ τα μαλλιά μου
δεν αναδύθηκα απ’ τις θάλασσες, ήρθα για να στις δείξω
πόσο κοντά σας είναι η χώρα των θαυμάτων
οι κωδωνοκρουσίες μιάς γιορτής που ακούγατε παιδιά.

Ποιά είμαι; Από που έρχομαι; Αχ ποιός θα μου το πει;
Κάτω από φώτα ντύνομαι πάντα με ξένα ρούχα
όσα ονόματα πολύ αγαπήθηκαν τα φόρεσα
από τους τάφους σήκωσα χίλια πτηνόφωνα κορίτσια!

Δίχως εμένα οι άγγελοι θα πείναγαν για το ψωμί
και περισσότερο σκληροί οι άνθρωποι θα ‘ταν
είμαι μια μικρή έρημος στρωμένη με χιόνι
φοβάμαι τη νύχτα τους περαστικούς.

Δεν έχω βάρος σαν μυγδαλίτσα το Φλεβάρη
ό,τι αγγίξω γρήγορα εξατμίζεται
πάνω μου ξεκουράζει το βλέμμα του ο Θεός
όπως σ’ ένα τοπίο απ’ όνειρο και χιόνι.

Σαν την ακτίνα τρέμω σε νερά ολοσκότεινα
στην τρικυμία των χεριών σας που κροτούν κι αστράφτουν
θα ‘ρθω στο μαξιλάρι σας πριν αποκοιμηθείτε
το φως να σβήσω να σας πω καληνύχτα.

Όταν κατάκοπη πλαγιάζω περνούν πάνω απ’ το σώμα μου
συμβάντα, φύλλα, σύννεφα καθώς απάνω σε ποτάμι
από ανάσες μυστικές τότε ριγώ κι αναστενάζω:
Ω, ας έμενα στους αιώνες εικοσάχρονη κόρη!

Διαβάστε επίσης:

Μοιραστείτε το:

Comments