Ο Ενρίκο Ρόκο, 31 ετών, διευθυντής σε μια εμπορική επιχείρηση, ερωτευμένος, κλείνεται στο γραφείο του. Τη σκεφτόταν τόσο έντονα και βασανιστικά που βρήκε τη δύναμη: θα της έγραφε, πέρα από κάθε περηφάνια και κάθε ντροπή.

«Αξιότιμη δεσποινίς», άρχισε, και στη σκέψη και μόνο πως τα σημάδια αυτά που χάραζε η πένα στο χαρτί θα τα ’βλεπε εκείνη, η καρδιά του άρχισε να χτυπάει, ξετρελαμένη. «Ευγενική Ορνέλα, Αγαπημένη μου, Ψυχή μου, Φως μου, Φωτιά που με καις, Βάσανο της νύχτας μου, Χαμόγελό μου, Λουλουδάκι μου, Αγάπη μου…»

Μπήκε ο Ερμέτε, ο κλητήρας. «Συγνώμη, κύριε Ρόκο, είναι από κει ένας κύριος που ήρθε για σας. Λέγεται (κοίταξε ένα μπιλιετάκι) λέγεται Μανφρεντίνι».
«Μανφρεντίνι; Ποιος είναι αυτός; Πρώτη φορά τον ακούω. Κοίτα, δεν έχω χρόνο, έχω μια δουλειά εξαιρετικά επείγουσα. Να ξανάρθει αύριο ή μεθαύριο».
«Νομίζω, κύριε Ρόκο, νομίζω πως είναι ο ράφτης, πρέπει να ήρθε για την πρόβα».
«Α, μάλιστα… ο Μανφρεντίνι! Καλά, πες του να έρθει αύριο».
«Μάλιστα κύριε, είπε όμως πως εσείς τον καλέσατε».
«Σωστά, σωστά… (αναστέναξε)… άντε, φέρε τον
μέσα, πες του όμως να βιαστεί, δυο λεπτάκια μονάχα».

Μπήκε ο ράφτης, ο Μανφρεντίνι, με το κοστούμι. Τρόπος του λέγειν πρόβα: ο Ρόκο φόρεσε λίγες στιγμές το σακάκι κι έπειτα το έβγαλε, ίσα που πρόλαβε ο ράφτης να κάνει δυο τρία σημάδια με το σαπουνάκι. «Να με συγχωρείτε, αλλά έχω μια εξαιρετικά επείγουσα δουλειά. Εις το επανιδείν, Μανφρεντίνι».

Γύρισε βιαστικός βιαστικός πίσω στο γραφείο, ξανάπιασε να γράφει: «Ιερή μου Ψυχή, ‘Αγγελέ μου, πού να ’σαι τούτη τη στιγμή; Τι να κάνεις; Σε σκέφτομαι τόσο έντονα που είναι αδύνατο να μη σε φτάσει ο έρωτάς μου, κι ας είσαι τόσο μακριά, στην άλλη άκρη της πόλης που μου φαίνεται νησί χαμένο πέρα από τις θάλασσες…» (Τι παράξενο, σκεφτόταν στο μεταξύ, πώς εξηγείται ένας θετικός άνθρωπος σαν εμένα, ένας μάνατζερ, να στρώνεται άξαφνα και να γράφει τέτοιου είδους πράγματα; Να ’ναι άραγε κάτι σαν τρέλα;)

Εκείνη τη στιγμή το τηλέφωνο δίπλα του άρχισε να χτυπάει. Θαρρείς κι ένα παγωμένο σιδερένιο πριόνι πέρασε απότομη πάνω στη ράχη του. Απάντησε λαχανιαστά:
«Εμπρός;»
«Γειάααα σου», έκανε μια γυναικεία φωνή νιαουρίζοντας τεμπέλικα. «Τι φωνάρα είν’ αυτή… για πες μου, φαίνεται πως πήρα σε άσκημη ώρα». «Ποιος είναι;» ρώτησε αυτός. «Α, μα είσαι ανυπόφορος σήμερα, πρόσεξε γιατί…» «Ποιος είναι;» «Περίμενε τουλάχιστον να σου…» Κατέβασε το ακουστικό, άρπαξε και πάλι την πένα.
«Άκου, Αγάπη μου», έγραφε, «έξω έχει ομίχλη, υγρή, παγερή, φορτωμένη καυσαέριο και βρομιά, πάντως τη ζηλεύω, το ξέρεις; Το ξέρεις πως αμέσως θα άλλ…»

Ντριν, το τηλέφωνο. Τινάχτηκε λες και τον χτύπησαν δυο χιλιάδες βολτ. «Εμπρός!» «Μα Ενρίκο», ήταν η ίδια φωνή όπως λίγο πρωτύτερα, «ήρθα επί τούτου στην πόλη να σε δω κι εσύ…»
Κλονίστηκε, εμβρόντητος. Ήταν η εξαδέλφη του η Φράνκα, μια καλή κοπέλα, νόστιμη κιόλας, εδώ και λίγους μήνες τον ψιλοφλερτάριζε, ποιος ξέρει τι της είχε καρφωθεί στο μυαλό. Οι γυναίκες φημίζονται για τα ψευδορομάντζα που πλάθουν. Βέβαια, δεν ήταν πρέπον να την ξαποστείλει πίσω στο χωριό.

Κράτησε γερά. Θα δεχόταν τα πάντα, φτάνει να τέλειωνε κείνο το γράμμα. Ήταν ο μοναδικός τρόπος να καταλαγιάσει τη φωτιά που έκαιγε μέσα του. Γράφοντας στην Ορνέλα του φαινόταν πως κατά κάποιο τρόπο έμπαινε στη ζωή της, μπορεί εκείνη να το διάβαζε ως το τέλος, να χαμογελούσε, να έκλεινε το γράμμα στο τσαντάκι της, το φύλλο που εκείνος γέμιζε με φράσεις παράλογες μπορεί σε λίγες ώρες να ερχόταν σε επαφή με τα μικρά χαριτωμένα αρωματισμένα πράγματα που κατά θαυμαστό τρόπο της ανήκουν, το κοκκινάδι για τα χείλια, το κεντημένο μαντιλάκι, τα αινιγματικά μικροπραγματάκια, φορτωμένα με μια οικειότητα που τον αναστάτωνε. Και τώρα, να σου η Φράνκα, που του αποσπούσε την προσοχή.

«Άκου, Ενρίκο», ρώτησε η σερνάμενη φωνή, «θες να ’ρθω να σε πάρω από το γραφείο;» «Όχι όχι, συγνώμη, έχω ένα σωρό πράγματα να κάνω τώρα». «Ωχ, έλα, άσε τις τσιριμόνιες, άμα βαριέσαι μαζί μου, ξέχνα το. Γεια σου». «Θεέ μου, μην το παίρνεις έτσι. Έχω δουλειά, σου λέω. Άκου, έλα αργότερα». «Πότε αργότερα;» «Έλα… έλα σε δυο ώρες».

Κοπάνησε το ακουστικό στη συσκευή του τηλεφώνου, του φαινόταν πως έχασε ανεπανόρθωτα τον καιρό του, το γράμμα έπρεπε να το ρίξει μέχρι τη μία, αλλιώς θα έφτανε στον προορισμό του την επόμενη μέρα. Όχι όχι, θα το ’στελνε εξπρές.
«… θ’ άλλαζα τη θέση μου με της ομίχλης», έγραφε, «όταν σκέφτομαι πως εκείνη περιζώνει το σπίτι σου και κυματίζει μπροστά απ’ την κάμαρά σου, κι αν είχε μάτια ποιος ξέρει, ίσως και η ομίχλη βλέπει θα μπορούσε να σε αποθαυμάσει μέσα απ’ το παράθυρο. Και λες να μην υπάρχει μια χαραμάδα, μια λεπτότατη σχισμή απ’ όπου να τρυπώσει; Ένα απαλότατο φύσημα, τίποτα παραπάνω, μια λεπτή ανάσα από άπιαστο βαμβάκι που θα σε χαϊδέψει; Τόσο λίγα αρκούν στην ομίχλη, τόσο λίγα αρκούν στην αγ…»

Ο κλητήρας Ερμέτε στην πόρτα: «Συγνώμη…» «Σου το ξανάπα, έχω μια επείγουσα δουλειά, δεν είμαι εδώ για κανέναν, πες να έρθουν το απόγευμα».
« Μα…» «Τι μα;» «Ο αξιότιμος κύριος Ινβερνίτζι είναι κάτω και σας περιμένει στο αμάξι».
Κατάρα, ο Ινβερνίτζι, η πραγματογνωμοσύνη στην αποθήκη όπου εκδηλώθηκε πυρκαγιά, η συνάντηση με τους εμπειρογνώμονες, κατάρα, ούτε που το σκεφτόταν πια, το ’χε ξεχάσει εντελώς. Και δε γινόταν να το αποφύγει.
Αυτή η ταραχή που έκαιγε μέσα του, ακριβώς στο στέρνο, έφτασε σε βαθμό ανυπόφορο. Να δηλώσει άρρωστος; Αδύνατον. Να τελειώσει το γράμμα έτσι όπως ήταν; Μα είχε ακόμα τόσα πράγματα να της πει, τόσα πράγματα εξαιρετικά σπουδαία. Αποκαρδιωμένος, έκλεισε το φύλλο σ’ ένα συρτάρι. Πήρε το πανωφόρι του και δρόμο, το μόνο που του απόμενε ήταν να κοιτάξει να κάνει γρήγορα. Σε μισή ώρα, Θεού θέλοντος, ίσως να γύρναγε πίσω.

Γύρισε στη μία παρά είκοσι. Το μάτι του πήρε τρεις τέσσερις άντρες που περίμεναν, καθισμένοι στην αίθουσα αναμονής. Κλειδαμπαρώθηκε στο γραφείο του ξεφυσώντας, κάθισε στο τραπέζι, άνοιξε το συρτάρι, το γράμμα ήταν άφαντο.
Η ταραχή της καρδιάς του κόντεψε να του κόψει την ανάσα. Ποιος μπορεί να ψαχούλεψε το γραφείο; Ή μήπως έκανε λάθος; Άνοιξε γρήγορα γρήγορα τ’ άλλα συρτάρια, ένα ένα.

Ευτυχώς. Τα ’χε μπλέξει, το γράμμα ήταν εκεί. Ήταν αδύνατο όμως να το ταχυδρομήσει πριν από τη μία. Μικρό το κακό και οι συλλογισμοί (για μια υπόθεση τόσο απλή και κοινότοπη) στοιβάζονταν ανάκατα στο κεφάλι του, με εναλλακτικές λύσεις όλο ελπίδα κι αγωνία, που τον εξαντλούσαν μικρό το κακό, αν το έστελνε εξπρές θα πρόφταινε την τελευταία διανομή το βράδυ, ή μάλλον… ακόμα καλύτερα, θα το ’δινε στον Ερμέτε να το πάει, όχι όχι, καλύτερα να μην ανακατέψει τον κλητήρα σ’ ένα τόσο λεπτό θέμα, θα το πήγαινε ο ίδιος προσωπικά.

«… τόσο λίγα αρκούν στην αγάπη», έγραψε, «για να νικήσει το χώρο και να διαβεί…»
Ντριν, το τηλέφωνο, λυσσασμένο. Χωρίς ν’ αφήσει την πένα, άρπαξε το ακουστικό με τ’ αριστερό.
«Εμπρός;» «Εμπρός, εδώ η γραμματεύς του εξοχότατου κυρίου Τράκι».
«Λέγετε, λέγετε». «Για κείνη την άδεια εισαγωγής που αφορά την προμήθεια καλωδίων στο…»
Κοκάλωσε. Ήταν μια υπόθεση τεράστιας σημασίας, απ’ αυτήν εξαρτιόταν το μέλλον του. Η συζήτηση κράτησε είκοσι λεπτά.
«… να διαβεί», έγραψε, τα τείχη της Κίνας. Ω, αγαπημένη Ορν…»

Ο κλητήρας και πάλι στην πόρτα. Εκείνος τον κάρφωσε μ’ ένα άγριο βλέμμα. «Δεν μπορώ να δεχτώ κανέναν, το κατάλαβες ναι ή όχι;» «Μα είναι ο οικ…» «Κανέναν, κανένααααν!» ούρλιαξε αποθηριωμένος. «Ο οικονομικός έφορος, λέει πως έχει κλείσει ραντεβού».

Ένιωσε να τον εγκαταλείπουν οι δυνάμεις του. Να ξαποστείλει τον οικονομικό έφορο θα ’ταν τρέλα, κάτι σαν αυτοκτονία, η καταστροφή. Δέχτηκε τον έφορο.
Είναι μία και τριάντα πέντε. Δίπλα είναι η εξαδέλφη Φράνκα που περιμένει εδώ και τρία τέταρτα. Έπειτα ο μηχανικός Στολτζ, που ήρθε επί τούτου από τη Γενεύη. Και ο δικηγόρος Μέσουμέτσι, για την υπόθεση των εκφορτωτών. Και η νοσοκόμα που έρχεται καθημερινά να του κάνει την ένεση.

«Ω, αγαπημένη Ορνέλα», γράφει με τη μανία του ναυαγού που πάνω του χτυπιούνται τα κύματα, όλο και πιο πελώρια και φονικά.

Το τηλέφωνο. «Εδώ Στάτζι, από το Υπουργείο Εμπορίου». Το τηλέφωνο. «Εδώ ο γραμματεύς της Ενώσεως Εταιρειών…»
«Ω πολυαγαπημένη μου Ορνέλα», γράφει, «θα ήθελα να ξέρ…»
Ο κλητήρας Ερμέτε στην πόρτα αναγγέλλει τον δόκτορα Μπ., υποδιευθυντή.
«… να ξέρεις», γράφει, «πόσ…»

Το τηλέφωνο. «Εδώ ο αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Στρατού». Το τηλέφωνο. «Εδώ ο ιδιαίτερος γραμματεύς του Σεβασμιοτάτου Αρχιεπισκόπου…»
«…πόσο σ’ αγ…» γράφει ξέπνοος, κυριευμένος από πυρετό.

Ντριν, ντριν, το τηλέφωνο. «Εδώ ο πρόεδρος του Εφετείου». Εμπρός, εμπρός! «Εδώ το Ανώτατο Συμβούλιο, ο γερουσιαστής Κορμοράνο αυτοπροσώπως». Εμπρός, εμπρός! «Εδώ ο πρώτος υπασπιστής της Αυτού Μεγαλειότητος του Αυτοκράτορος…»
Τα κύματα τον αν έτρεφαν, τον συμπαρέσυραν μακριά.

«Εμπρός, εμπρός! Ναι, εγώ είμαι, ευχαριστώ εξοχότατε, σας είμαι απείρως ευγνώμων!… Μα αμέσως, αυτή τη στιγμή κιόλας, μάλιστα στρατηγέ μου, θα το φροντίσω το δίχως άλλο, και χίλια ευχαριστώ… Εμπρός, εμπρός! Βεβαίως Μεγαλειότατε αναμφιβόλως, ταπεινότατος δούλος σας (η πένα, παρατημένη, κύλησε αργά μέχρι την άκρη, σταμάτησε και ισορρόπησε μια στιγμή, έπεσε κάθετα, η μύτη της στράβωσε, κι απόμεινε εκεί)… Παρακαλώ, καθίστε, να πάρ’ η οργή, περάστε, περάστε, όχι, αν μου επιτρέπετε, ίσως να ’ναι καλύτερα να καθίσετε στην πολυθρόνα, είναι πιο αναπαυτικά, οποία αναπάντεχη τιμή, οπωσδήποτε, για την ακρίβεια, ω ευχαριστώ, έναν καφέ, ένα τσιγάρο;…»
Πόσο κράτησε ο στρόβιλος; Ώρες, μέρες, μήνες, χιλιετίες; Σαν έπεσε η νύχτα βρέθηκε μόνος του, επιτέλους.

Πριν όμως αφήσει το γραφείο του, κοίταξε να φέρει κάπως σε λογαριασμό το βουνό από διαλυμένα σημειωματάρια, φακέλους, σχέδια, πρωτόκολλα που ήταν στοιβαγμένα στο τραπέζι. Κάτω από την πελώρια στοίβα βρήκε ένα φύλλο χαρτί αλληλογραφίας δίχως επικεφαλίδα, χειρόγραφο. Αναγνώρισε το γραφικό του χαρακτήρα.

Παραξενεμένος, διάβασε. «Τι κουταμάρες, τι γελοίες ανοησίες. Τις οίδε πότε τις έγραφα», αναρωτήθηκε, ψάχνοντας του κάκου στις αναμνήσεις, με μιαν αίσθηση ενόχλησης και σαστιμάρας που ποτέ δεν είχε νιώσει, και πέρασε το χέρι στα μαλλιά του, γκρίζα τώρα πια. «Πότε μπόρεσα να γράφω τέτοιες χαζομάρες; Κι αυτή η Ορνέλα, ποια ήταν;»

Ντίνο Μπουτζάτι

Διαβάστε επίσης:

Μοιραστείτε το:

Comments