18Το φθινόπωρο των είκοσι τεσσάρων μου χρόνων συνάντησα ένα κορίτσι σε ένα παραθαλάσσιο πανδοχείο.
Ήταν η αρχή του έρωτα.
Ξαφνικά το κορίτσι όρθωσε το κεφάλι και , σηκώνοντας το χέρι, έκρυψε το πρόσωπο πίσω απ το μανίκι της.
Βλέποντάς την σκέφτηκα πως θα πρέπει πάλι να εμφανίστηκε η κακή μου συνήθεια. Αισθάνθηκα ντροπή και το πρόσωπό μου πήρε μια έκφραση πόνου
«Σε κοιτάζω πολύ , ε;»
«Ναι… Δεν είναι όμως γι αυτό»
Επειδή η φωνή του κοριτσιού ήταν τρυφερή και τα λόγια της ανάλαφρα παρηγορήθηκα λιγάκι.
«Είναι άσχημο, το ξέρω»
«Όχι . Δεν πειράζει . Μόνο που… Πραγματικά δεν πειράζει»
Το κορίτσι χαμήλωσε το μανίκι και κατάφερε να αφεθεί στο βλέμμα μου , μόνο όμως μετά από μια μικρή προσπάθεια που φάνηκε στην έκφραση του προσώπου της . Γύρισα τα μάτια μου απ΄την άλλη και άρχισα να κοιτάζω τη θάλασσα.

Έχω τη μανία να καρφώνω τους γύρω μου με τα μάτια, σε σημείο να τους κάνω σχεδόν να γυρίζουν αλλού το κεφάλι. Αναρωτήθηκα πολλές φορές τι θα μπορούσα να κάνω για να αλλάξω αυτή τη συνήθεια, μου είναι όμως πολύ οδυνηρό να σταματήσω να κοιτάζω τα πρόσωπα των ανθρώπων που βρίσκονται γύρω μου. Το αποτέλεσμα είναι πως όσες φορές έχω πιάσει τον εαυτό μου να επιδίδεται σ αυτή τη μανία νοιώθω ένα βίαιο μίσος για μένα τον ίδιο. νομίζω πως όλο αυτό έγινε από τότε που , παιδάκι ακόμα, έχασα γονείς και σπίτι και αναγκάστηκα να ζήσω κάτω από ξένη στέγη. η κύρια ενασχόλησή μου έγινε να προσπαθώ να διαβάσω τις διακυμάνσεις στα πρόσωπα των ανθρώπων.

Κάποια στιγμή προσπάθησα να καταλάβω αν αυτή η μανία είχε τις ρίζα της στην εποχή που με πήραν να ζήσω σε άλλο σπίτι ή αν υπήρχε ήδη από πριν, τότε που ζούσα με την δική μου οικογένεια , αλλά όσο κι αν έστυψα το μυαλό μου δεν είχα καμία ξεκάθαρη ανάμνηση.
Όπως και να χει το πράγμα γυρίζοντας το βλέμμα μου αλλού , για να μην βλέπω το κορίτσι, τα μάτια μου έπεσαν σ ένα ηλιόλουστο κομμάτι της παραλίας δίπλα στη θάλασσα βαμμένο φθινοπωρινό φως. Αυτό το ηλιόλουστο μέρος έφερε στην επιφάνεια μια ανάμνηση που ήταν θαμμένη μέσα μου για πολλά χρόνια

Μετά τον θάνατο των γονιών μου έζησα σχεδόν δέκα χρόνια μοναχός με τον παππού μου σ ένα σπίτι στην εξοχή. Ο παππούς μου ήταν τυφλός. Για χρόνια ολόκληρα καθόταν στο ίδιο δωμάτιο , στην ίδια θέση , μπροστά σε μια μακρόστενη σόμπα με κάρβουνα, στραμμένος προς την ανατολή. Ύστερα καμιά φορά , έστρεφε το κεφάλι του προς τον νότο. Ποτέ όμως δεν γύριζε το πρόσωπό του στον βορρά. Αφότου κάποτε αντιλήφθηκα το συνήθειο του παππού να μην γυρίζει το κεφάλι του παρά μόνο προς μια μεριά, ανησύχησα τρομερά. Καθόμουν συχνά πολλή ώρα μπροστά του και κάρφωνα με το βλέμμα το πρόσωπό του, να δω αν θα γύριζε έστω και μια φορά προς τον βορρά . όμως ο παππούς κάθε πέντε λεπτά έστρεφε το κεφάλι του απαράλλαχτα προς τα δεξιά του, σαν κούκλα ηλεκτρική, κοιτώντας πάντα μόνο προς το νότο, κι εγώ αισθανόμουν μια θλίψη κι ένα δυσοίωνο συναίσθημα. Ο νότος είναι ένα ηλιόλουστο μέρος. Αναρωτιόμουν αν ο νότος είναι και για τις αισθήσεις ενός τυφλού ανεπαίσθητα φωτεινότερος.

Τώρα το ξεχασμένο εκείνο ηλιόλουστο μέρος επέστρεψε στην μνήμη μου.

Στύλωνα το βλέμμα μου στο πρόσωπο του παππού με την επιθυμία να τον δω να κοιτάζει προς το βορρά. Κι επειδή εκείνος ήταν τυφλός και δεν μ έβλεπε ασφαλώς δεν θα ήταν λίγες οι φορές που κοίταζα το πρόσωπό του με τρομερή επιμονή. Η ανάμνηση αυτή μ έκανε να καταλάβω πως δημιουργήθηκε η μανία μου να κοιτάζω τα πρόσωπα των ανθρώπων. Η μανία μου, λοιπόν, υπήρχε απ τον καιρό που ήμουνα στο δικό μου σπίτι. Δεν δείχνει κάποια άλλα δικά μου ταπεινά κίνητρα. Άρα μπορούσα άφοβα να οικτίρω τον εαυτό μου για αυτή μου τη μανία. Η σκέψη αυτή μου έδωσε τόση χαρά, που ήθελα ν αρχίσω να χοροπηδάω. Πόσο μάλλον που εκείνη τη στιγμή η καρδιά μου ήταν γεμάτη από την επιθυμία να εξαγνιστώ για χάρη του κοριτσιού.

Το κορίτσι μίλησε πάλι.
«Έχω συνηθίσει βέβαια , αλλά είμαι λίγο ντροπαλή»
Η φωνή της σαν να υπονοούσε πως μπορούσα να γυρίσω το βλέμμα μου στο πρόσωπό της. Το κορίτσι έδειχνε να πιστεύει πως ο τρόπος της πιο πριν ήταν άσχημος.
Την κοίταξα και το πρόσωπό μου ήταν φωτεινότερο. Το κορίτσι κοκκίνισε λιγάκι και μου ριξε μια ματιά άτακτου παιδιού.
«Μην ανησυχείς. Θα το συνηθίσω, αφού με την κάθε μέρα που περνάει το πρόσωπό μου θα πάψει να εντυπωσιάζει όσο στην αρχή»
Μιλούσε σαν μικρό παιδί .

Χαμογέλασα. Αισθάνθηκα ξαφνικά πως το κορίτσι είχε βοηθήσει να γεννηθεί ανάμεσά μας μια καινούρια οικειότητα. Μου ήρθε η επιθυμία να κατέβω σ εκείνο το ηλιόλουστο μέρος της παραλίας παίρνοντας μαζί μου την ανάμνηση του κοριτσιού και του παππού μου

Γιασουνάρι Καουμπάτα «Ιστορίες της Παλάμης»

Μοιραστείτε το:

Comments