Ένα πρωινό του Μάρτη, μετά από μια μέρα ταξίδι με το τρένο, ο Τζουζέπε Κόρτε έφτασε στην πόλη όπου βρισκόταν η περίφημη κλινική. Είχε λίγο πυρετό, ωστόσο θέλησε να κάνει με τα πόδια το δρόμο από το σταθμό ως το νοσοκομείο, μεταφέροντας το βαλιτσάκι του. Είχε μονάχα μια ελαφρότατη μορφή αρχόμενης φυματίωσης, τον είχαν ωστόσο συμβουλεύσει να απευθυνθεί στο διάσημο σανατόριο, όπου δε θεράπευαν παρά αυτή μόνο την αρρώστια. Αυτό αποτελούσε εγγύηση για την εξαίρετη επιτηδειότητα των γιατρών και την πλέον λειτουργική και αποτελεσματική οργάνωση των εγκαταστάσεων.

Όταν το αντίκρισε και το αναγνώρισε γιατί είχε κιόλας δει τη φωτογραφία του σε ένα διαφημιστικό φυλλάδιο οι εντυπώσεις του ήταν άριστες. Το λευκό επταώροφο κτίσμα αυλακωνόταν από ομαλές εσοχές που του έδιναν μιαν αόριστη φυσιογνωμία ξενοδοχείου. Ολόγυρα υπήρχε μια ζώνη ψηλών δέντρων.

Μετά από μια συνοπτική ιατρική εξέταση, και μέχρι να γίνουν λεπτομερέστερες εξετάσεις, έβαλαν τον Τζουζέπε Κόρτε σ’ ένα χαριτωμένο θάλαμο του έβδομου και τελευταίου ορόφου. Τα έπιπλα ήταν φωτεινά και καθαρά, το ίδιο και η ταπετσαρία, οι πολυθρόνες ήταν ξύλινες, τα μαξιλάρια ντυμένα με πολύχρωμα υφάσματα. Η θέα ξανοιγόταν σε μια από τις ωραιότερες συνοικίες της πόλης. Τα πάντα ήταν ήσυχα, φιλόξενα και καθησυχαστικά.

Ο Τζουζέπε Κόρτε ξάπλωσε κατευθείαν, άναψε το φωτάκι πάνω απ’ το προσκεφάλι του κι άρχισε να διαβάζει ένα βιβλίο που είχε φέρει μαζί του. Έπειτα από λίγο μπήκε μια νοσοκόμα για να τον ρωτήσει αν επιθυμούσε τίποτα. Ο Τζουζέπε Κόρτε δεν επιθυμούσε τίποτα, όμως έπιασε μ’ ευχαρίστηση την κουβέντα με τη νέα, ζητώντας πληροφορίες για την κλινική. Έμαθε έτσι το παράξενο χαρακτηριστικό του νοσοκομείου αυτού. Οι άρρωστοι ήταν κατανεμημένοι κατά ορόφους, ανάλογα με τη σοβαρότητα της κατάστασής τους. Ο έβδομος, δηλαδή ο τελευταίος, ήταν για τις ελαφρότατες μορφές της αρρώστιας. Ο έκτος προοριζόταν για τους ασθενείς που δεν ήταν μεν βαριά, αλλά ούτε έπρεπε να τους παραμελήσουν. Στον πέμπτο νοσηλεύονταν ήδη οι σοβαρές παθήσεις και ούτω καθ’ εξής, από όροφο σε όροφο. Στο δεύτερο βρίσκονταν οι σοβαρότατα άρρωστοι. Στον πρώτο εκείνοι για τους οποίους οι ελπίδες ήταν ανώφελες.

Το μοναδικό αυτό σύστημα, χώρια που επιτάχυνε εξαιρετικά την εξυπηρέτηση, απέτρεπε την περίπτωση να ενοχληθεί κάποιος ελαφρά άρρωστος από τη γειτνίασή του μ’ έναν ψυχορραγούντα συνασθενή και εξασφάλιζε μιαν ατμόσφαιρα ομοιογενή σε κάθε όροφο. Από την άλλη πλευρά, η θεραπεία μπορούσε έτσι να κλιμακωθεί κατά τρόπο τέλειο.

Το αποτέλεσμα ήταν πως οι ασθενείς διαιρούνταν σε επτά διαδοχικές κάστες. Ο κάθε όροφος ήταν σαν ένας μικρός αυθύπαρκτος κόσμος, με τους ξεχωριστούς κανόνες του, τις ιδιαίτερες παραδόσεις του. Και εφόσον για κάθε τομέα ήταν υπεύθυνος ένας διαφορετικός γιατρός, είχαν διαμορφωθεί κάποιες ελάχιστες μεν, αλλά ακριβείς διαφορές στις θεραπευτικές μεθόδους, παρόλο που ο γενικός διευθυντής είχε επιβάλει στο ίδρυμα μία και μοναδική θεμελιώδη κατεύθυνση.

Όταν βγήκε η νοσοκόμα, ο Τζουζέπε Κόρτε, που νόμισε πως του έπεσε ο πυρετός, ζύγωσε στο παράθυρο και κοίταξε έξω, όχι για να παρατηρήσει το πανόραμα της πόλης, που εντούτοις έβλεπε για πρώτη φορά, αλλά με την ελπίδα να διακρίνει μέσα από τα παράθυρα άλλους ασθενείς των κατωτέρων ορόφων. Η δομή του κτιρίου με τις μεγάλες εσοχές, επέτρεπε μια τέτοιου είδους παρατήρηση. Ο Τζουζέπε Κόρτε συγκέντρωσε πάνω απ’ όλα την προσοχή του στα παράθυρα του πρώτου ορόφου, που έδειχναν εξαιρετικά απόμακρα και που φαίνονταν μόνο από τα πλάγια. Όμως δεν μπόρεσε να δει τίποτε το ενδιαφέρον. Στην πλειονότητά τους ήταν ερμητικά κλειστά κι αμπαρωμένα με τα γκρίζα ρολά τους.

Ο Κόρτε πήρε είδηση πως σ’ ένα παράθυρο πλάι στο δικό του είχε ξεπροβάλει ένας άντρας. Οι δυο τους κοιτάχτηκαν ώρα πολλή με αυξανόμενη συμπάθεια, αλλά δεν ήξεραν πώς να σπάσουν τη σιωπή. Στο τέλος ο Τζουζέπε Κόρτε πήρε κουράγιο και είπε: «Είσαστε κι εσείς λίγο καιρό εδώ;»
«Ω, όχι», έκανε ο άλλος, «πάνε κιόλας δυο μήνες που είμαι εδώ…» σώπασε για μια στιγμή κι έπειτα, μην ξέροντας πώς να συνεχίσει τη συζήτηση, πρόσθεσε: «Κοιτούσα κάτω τον αδερφό μου».
«Τον αδερφό σας;»
«Ναι», εξήγησε ο άγνωστος. «Στ’ αλήθεια παράξενη περίπτωση, μπήκαμε μαζί, αλλά εκείνος διαρκώς χειροτέρευε, να σκεφτείτε πως τώρα βρίσκεται ήδη στον τέταρτο».
«Στον τέταρτο τι;»
«Στον τέταρτο όροφο», εξήγησε ο άντρας και πρόφερε τις δυο λέξεις με τέτοια έκφραση συμπόνιας και φρίκης, που ο Τζουζέπε Κόρτε σχεδόν τρόμαξε.
«Είναι τόσο βαριά άρρωστοι στον τέταρτο όροφο;» ρώτησε με επιφύλαξη.
«Ω, Θεέ μου», έκανε ο άλλος κουνώντας αργά το κεφάλι του, «δεν έχουν και πολλούς λόγους να χαίρονται».
«Τότε λοιπόν», ξαναρώτησε ο Κόρτε με μια παιχνιδιάρικη αφέλεια, σαν κάποιος που υπαινίσσεται πράγματα τραγικά που δεν τον αφορούν, «τότε, αν στον τέταρτο όροφο είναι κιόλας τόσο βαριά άρρωστοι, στον πρώτο ποιους βάζουν;»
«Α, στον πρώτο είναι πια οι ετοιμοθάνατοι. Εκεί κάτω οι γιατροί δεν έχουν πια τίποτε να κάνουν. Μονάχα ο ιερέας δουλεύει εκεί. Και φυσικά..,»
«Όμως υπάρχουν λίγοι στον πρώτο όροφο», τον διέκοψε ο Τζουζέπε Κόρτε, λες και βιαζόταν να βεβαιωθεί, «όλα σχεδόν τα δωμάτια εκεί κάτω είναι κλειστά».
«Τώρα υπάρχουν λίγοι, αλλά το πρωί ήταν κάμποσοι», αποκρίθηκε ο άγνωστος μ’ ένα αμυδρό χαμόγελο. «Όπου είναι κατεβασμένα τα ρολά, εκεί κάποιος πέθανε πρόσφατα. Άλλωστε, δε βλέπετε πως στους άλλους ορόφους όλα τα παντζούρια είναι ανοιχτά; Συγχωρέστε με όμως», πρόσθεσε κι αποτραβήχτηκε αργά, «μου φαίνεται πως αρχίζει να κάνει κρύο. Πάω πίσω στο κρεβάτι μου. Περαστικά, περαστικά…»

Ο άνθρωπος χάθηκε απ’ το περβάζι κι έκλεισε με γρηγοράδα το παράθυρο• ύστερα φάνηκε ν’ ανάβει μέσα ένα φως. Ο Τζουζέπε Κόρτε απόμεινε ακόμα ασάλευτος στο παράθυρο με το βλέμμα στυλωμένο στα κατεβασμένα ρολά του πρώτου ορόφου. Τα παρατηρούσε με μιαν ένταση αρρωστημένη, προσπαθώντας να φανταστεί τα πένθιμα μυστικά εκείνου του τρομερού πρώτου ορόφου όπου οι ασθενείς πλησίαζαν τα όρια του θανάτου κι ένιωθε ανακούφιση ξέροντας πως αυτός ήταν τόσο μακριά από κει. Στο μεταξύ οι σκιές του βραδιού έπεφταν πάνω στην πόλη. Ένα ένα τα χίλια παράθυρα του σανατορίου φωτίζονταν, από μακριά θα πίστευε κανείς πως πρόκειται για μέγαρο όπου έχουν γιορτή. Μονάχα στον πρώτο όροφο, εκεί κάτω στο βάθος του γκρεμού, δεκάδες και δεκάδες παράθυρα παρέμεναν τυφλά και σκοτεινά.

Τα αποτελέσματα των γενικών εξετάσεων καθησύχασαν τον Τζουζέπε Κόρτε. Επιρρεπής συνήθως στην πρόβλεψη του χειρότερου, ήταν ήδη προετοιμασμένος για μια αυστηρή ετυμηγορία και δε θα τον εξέπληττε αν ο γιατρός του δήλωνε πως πρέπει να μεταφερθεί στον κατώτερο όροφο. Όντως, ο πυρετός δεν έδειχνε σημεία υποχώρησης, παρόλο που η γενική κατάσταση διετηρείτο καλή. Αντίθετα, ο γιατρός του απηύθυνε εγκάρδια και ενθαρρυντικά λόγια. Η νόσος είχε εμφανιστεί του είπε αλλά σε ελαφρότατη μορφή* σε δυο τρεις εβδομάδες κατά πάσα πιθανότητα όλα θα περνούσαν.

«Τότε λοιπόν, θα μείνω στον έβδομο όροφο;» ρώτησε με αγωνία ο Τζουζέπε Κόρτε στο σημείο αυτό.
«Μα και βέβαια!» του απάντησε ο γιατρός χτυπώντας φιλικά το χέρι στον ώμο του. «Πού νομίζατε πως πρέπει να πάτε; Στον τέταρτο μήπως;» ρώτησε γελώντας, για να υπαινιχθεί, θαρρείς, την πιο παράλογη υπόθεση.
«Ευτυχώς, ευτυχώς», έκανε ο Κόρτε. «Ξέρετε, όταν είσαι άρρωστος, φαντάζεσαι πάντα το χειρότερο…»
Πράγματι, ο Τζουζέπε Κόρτε έμεινε στο δωμάτιο που του είχε παραχωρηθεί εξαρχής. Γνώρισε σιγά σιγά μερικούς συνασθενείς του, τα σπάνια μεσημέρια που του επιτρεπόταν να σηκωθεί. Ακολούθησε με σχολαστικότητα τη θεραπεία, έβαλε όλο του το ζήλο για να αναρρώσει γοργά, εντούτοις η κατάστασή του έδειχνε να παραμένει στάσιμη.

Γύρω στις δέκα μέρες είχαν περάσει όταν παρουσιάστηκε στον Τζουζέπε Κόρτε ο αρχινοσοκόμος του εβδόμου ορόφου. Είχε να του ζητήσει μια χάρη καθαρά φιλική: την επόμενη μέρα επρόκειτο να εισαχθεί στο νοσοκομείο μια κυρία με δυο παιδάκια• ήταν ελεύθερα δύο δωμάτια, ακριβώς δίπλα στο δικό του, αλλά έλειπε το τρίτο ο κύριος Κόρτε θα συμφωνούσε να μεταφερθεί σ’ ένα άλλο δωμάτιο, εξίσου άνετο;

Ο Τζουζέπε Κόρτε δεν έφερε φυσικά καμιά αντίρρηση τι το ’να δωμάτιο, τι το άλλο, για κείνον ήταν το ίδιο ίσως μάλιστα και να του έπεφτε μια καινούρια και πιο χαριτωμένη νοσοκόμα.

«Σας ευχαριστώ από καρδιάς», έκανε τότε ο αρχινοσοκόμος με μια ελαφριά υπόκλιση «από έναν άνθρωπο σαν κι εσάς σας ομολογώ ότι δεν με εκπλήσσει μια τόσο ευγενική πράξη ιπποτισμού. Σε μια ώρα, αν δεν έχετε αντίρρηση, θα προχωρήσουμε στη μετακόμιση. Μόνο που πρέπει να κατεβείτε στον κάτω όροφο», πρόσθεσε χαμηλόφωνα, σαν να επρόκειτο για μια λεπτομέρεια ολωσδιόλου αμελητέα. «Δυστυχώς, σ’ αυτόν τον όροφο δεν υπάρχουν άλλα ελεύθερα δωμάτια. Όμως είναι μια διευθέτηση εντελώς προσωρινή», έσπευσε να διευκρινίσει βλέποντας πως ο Κόρτε, που ανακάθισε ξαφνικά, πήγαινε ν’ ανοίξει το στόμα του για να δια μαρτυρηθεί, «μια διευθέτηση εντελώς προσωρινή. Μόλις βρεθεί ελεύθερο κάποιο δωμάτιο, και πιστεύω πως θα βρεθεί σε δυο τρεις μέρες, θα μπορέσετε να γυρίσετε επάνω».
«Σας ομολογώ», έκανε ο Τζουζέπε Κόρτε χαμογελώντας για να δείξει πως δεν ήταν παιδί, «σας ομολογώ πως μια τέτοιου είδους μετακόμιση δε μ’ αρέσει».
«Μα δε συντρέχει κανείς ιατρικός λόγος για τη μετακόμιση αυτή καταλαβαίνω θαυμάσια τι εννοείτε, πρόκειται αποκλειστικά για μια ευγενή εξυπηρέτηση προς την κυρία αυτή που προτιμά να μην αποχωριστεί τα δυο της παιδάκια… Προς Θεού», πρόσθεσε γελώντας ανοιχτόκαρδα, «να μη σας περάσει καν απ’ το νου πως συντρέχουν άλλοι λόγοι!»
«Έτσι θα είναι», είπε ο Τζουζέπε Κόρτε, «αλλά μου φαίνεται κακό σημάδι».

Έτσι ο Κόρτε πέρασε στον έκτο όροφο και παρόλο που ήταν πεπεισμένος ότι αυτή η μετακόμιση δεν ανταποκρινόταν σε κάποια επιδείνωση της νόσου, ένιωθε δυσάρεστα στη σκέψη πως ανάμεσα σ’ εκείνον και τον κανονικό κόσμο των υγιών ανθρώπων μεσολαβούσε κιόλας ένα σαφές εμπόδιο. Στον έβδομο όροφο, λιμένα άφιξης, βρισκόσουν ακόμα, κατά κάποιο τρόπο, σε επαφή με την κοινωνία των ανθρώπων μπορούσε μάλιστα να θεωρηθεί σαν μια προέκταση του συνήθους κόσμου. Αλλά στον έκτο έμπαινες κιόλας στο κυρίως σώμα του νοσοκομείου• ήδη η νοοτροπία των γιατρών, των νοσοκόμων και των ίδιων των ασθενών ήταν ελαφρώς διαφορετικά. Παραδεχόσουν πλέον πως σ’ αυτόν τον όροφο περιλαμβάνονταν πραγματικοί ασθενείς, έστω κι αν η περίπτωσή τους δεν ήταν βαριά. Από τις πρώτες κουβέντες με τους συνασθενείς, το προσωπικό και τους γιατρούς, ο Τζουζέπε Κόρτε αντιλήφθηκε πως στο τμήμα εκείνο ο έβδομος όροφος εθεωρείτο σαν ένα αστείο, προορισμένος για ερασιτέχνες ασθενείς, προσβεβλημένους μάλλον από αδικαιολόγητες έμμονες ιδέες• μονάχα από τον έκτο γινόταν, ας πούμε, στ’ αλήθεια η αρχή.

Ωστόσο ο Τζουζέπε Κόρτε κατάλαβε πως για να γυρίσει επάνω, στη θέση που του άρμοζε λόγω των χαρακτηριστικών της νόσου του, θα συναντούσε σίγουρα κάποιες δυσκολίες για να επιστρέφει στον έβδομο όροφο έπρεπε να κινητοποιήσει έναν πολύπλοκο οργανισμό• δε χωρούσε αμφιβολία πως αν δεν έλεγε κουβέντα, κανείς δε θα σκεφτόταν να τον μεταφέρει εκ νέου στον ανώτερο όροφο των «ημιυγιών».

Όμως ο Τζουζέπε Κόρτε δεν είχε την πρόθεση να ενδώσει όσον αφορούσε στα δικαιώματα του και να υποκύψει στους δελεασμούς της συνήθειας. Στους συντρόφους του τμήματος επέμενε να διευκρινίζει πως βρισκόταν μαζί τους μονάχα για λίγες μέρες, πως ο ίδιος το θέλησε να κατέβει έναν όροφο για να κάνει χάρη σε κάποια κυρία και πως, μόλις βρισκόταν ελεύθερο δωμάτιο, θα ξαναγυρνούσε επάνω. Οι άλλοι τον άκουγαν με αδιαφορία και συμφωνούσαν ελάχιστα πεπεισμένοι.

Η πεποίθηση του Τζουζέπε Κόρτε επιβεβαιώθηκε πλήρως με τη γνωμάτευση του καινούριου γιατρού. Παραδέχθηκε κι αυτός πως ο Τζουζέπε Κόρτε μπορούσε κάλλιστα να μεταφερθεί στον έβδομο όροφο, η περίπτωσή του ήταν εντελώς ελαφράς μορφής και πρόφερε συλλαβιστά το χαρακτηρισμό αυτό για να του δώσει έμφαση αλλά κατά βάθος θεωρούσε πως στον έκτο όροφο θα μπορούσαν να φροντίσουν καλύτερα τον Τζουζέπε Κόρτε.

«Ας μην αρχίσουμε τα ίδια», επενέβη με αποφασιστικότητα ο άρρωστος, «εσείς μου είπατε πως η θέση μου είναι στον έβδομο όροφο, και θέλω να ξαναγυρίσω εκεί».
«Κανείς δε λέει το αντίθετο», απάντησε ο γιατρός, «εγώ σας έδωσα απλώς και μόνον μια συμβουλή όχι ως ιατρός, αλλά ως αληθινός φίλος! Η περίπτωσίς σας, σας επαναλαμβάνω, είναι ελαφροτάτης μορφής, δε θα ήταν υπερβολικό να πω ότι δεν είστε καν ασθενής, αλλά κατ’ εμέ διακρίνεται από ανάλογες μορφές λόγω κάποιας μεγαλυτέρας εκτάσεως. Εξηγούμαι: η έντασις της νόσου είναι ελάχιστη, αλλά η ευρύτης της αξιοπρόσεκτη η διαδικασία καταστροφής των κυττάρων», ήταν η πρώτη φορά που ο Τζουζέπε Κόρτε άκου γε εκεί μέσα την απαίσια εκείνη έκφραση, «η διαδικασία καταστροφής των κυττάρων είναι οπωσδήποτε σε αρχικό στάδιο, ίσως να μην έχει καν αρχίσει, αλλά τείνει, λέγω απλώς τείνει, να πλήξει συγχρόνως τεράστια τμήματα του οργανισμού. Μόνο γι’ αυτό, κατ’ εμέ, μπορούν να σας φροντίσουν κατά τον πλέον αποτελεσματικό τρόπο εδώ, στον έκτο, όπου οι θεραπευτικές μέθοδοι είναι πιο συστηματικές και εντατικές».

Μια μέρα του ανέφεραν πως ο γενικός διευθυντής της κλινικής, μετά από ένα πολύωρο συμβούλιο με τους συνεργάτες του, είχε αποφασίσει μιαν αλλαγή στην υποδιαίρεση των ασθενών. Ο βαθμός καθενός απ’ αυτούς, ας πούμε, μειωνόταν κατά το ήμισυ. Ας υποτεθεί πως σε κάθε όροφο οι ασθενείς διαιρούνταν, σύμφωνα με τη σοβαρότητα της περίπτωσής τους, σε δύο κατηγορίες (η υποδιαίρεση αυτή γινόταν όντως από τους αντίστοιχους γιατρούς, αλλά για εσωτερική χρήση αποκλειστικά), το κατώτερο από αυτά τα δύο ήμισυ μεταφερόταν αυτομάτως σ’ έναν όροφο πιο κάτω. Επί παραδείγματι, οι μισοί ασθενείς του έκτου ορόφου, εκείνοι με τις ελαφρά πιο προχωρημένες μορφές, έπρεπε να περάσουν στον πέμπτο οι λιγότερο ελαφρές περιπτώσεις του εβδόμου να περάσουν στον έκτο. Το νέο χαροποίησε τον Τζουζέπε Κόρτε, γιατί σ’ ένα τόσο περίπλοκο πλαίσιο μετακομίσεων, η επιστροφή του στον έβδομο όροφο θα γινόταν πολύ ευκολότερα.

Όταν όμως έκανε υπαινιγμό για την ελπίδα του αυτή στη νοσοκόμα, βρέθηκε μπροστά σε μια δυσάρεστη έκπληξη. Έμαθε δηλαδή πως θα τον μετέφεραν όχι στον έβδομο αλλά στον από κάτω όροφο. Για λόγους που η νοσοκόμα δεν ήξερε να του εξηγήσει, τον είχαν συμπεριλάβει στο πιο «σοβαρό» ήμισυ των φιλοξενουμένων του έκτου ορόφου και, ως εκ τούτου, έπρεπε να κατέβει στον πέμπτο.
Μόλις πέρασε η πρώτη έκπληξη, ο Τζουζέπε Κόρτε εξοργίστηκε κραύγασε πως τον εξαπατούσαν, πως δεν ήθελε ν’ ακούσει για άλλες μεταφορές προς τα κάτω, πως θα γυρνούσε σπίτι του, πως τα δικαιώματα ήταν δικαιώματα και πως η διοίκηση του νοσοκομείου δεν μπορούσε να παραβλέπει τόσο απροκάλυπτα τις διαγνώσεις των γιατρών.

Την ώρα που φώναζε ακόμα, έφτασε ο γιατρός για να τον καθησυχάσει. Τον συμβούλεψε να ηρεμήσει, αν δεν ήθελε να δει να του ανεβαίνει ο πυρετός, του εξήγησε πως έγινε παρανόηση, τουλάχιστον εν μέρει. Παραδέχθηκε για μιαν ακόμα φορά πως ο Τζουζέπε Κόρτε θα βρισκόταν στη σωστή του θέση αν τον είχαν βάλει στον έβδομο όροφο, αλλά πρόσθεσε ότι για την περίπτωσή του είχε μιαν άποψη ελαφρώς διαφορετική, αν και απολύτως προσωπική. Κατά βάθος η ασθένειά του μπορούσε, κατά μία έννοια, εννοείται, να θεωρηθεί ακόμα και έκτου βαθμού, δεδομένης της ευρύτητας των νοσηρών εκδηλώσεων. Ο ίδιος όμως δεν κατάφερνε να εξηγήσει πώς συμπεριέλαβαν τον Κόρτε στο κατώτερο ήμισυ του έκτου ορόφου. Πιθανώς ο γραμματέας της διευθύνσεως, που εκείνο ακριβώς το πρωί του είχε τηλεφωνήσει ζητώντας την επακριβή κλινική θέση του Τζουζέπε Κόρτε, έκανε λάθος στη μεταγραφή. Ή μάλλον, η διεύθυνση σκοπίμως «επιδείνωσε» ελαφρώς η γνωμάτευσή του, γιατί τον θεωρούσε έμπειρο μεν αλλά πολύ επιεική γιατρό. Ο γιατρός, τέλος, συμβούλευσε τον Κόρτε να μην ανησυχεί, να υποστεί αδιαμαρτύρητα τη μεταφορά• αυτό που μετρούσε ήταν η αρρώστια, όχι η θέση όπου έβαζαν τον άρρωστο.

Σε ό,τι εξάλλου αφορούσε τη θεραπεία πρόσθεσε ο γιατρός ο Τζουζέπε Κόρτε δε θα έπρεπε να στεναχωρηθεί ο γιατρός του κάτω ορόφου είχε σίγουρα περισσότερη πείρα• ήταν σχεδόν αναντίρρητο πως η ικανότητα των γιατρών διαρκώς αυξανόταν, τουλάχιστον κατά την κρίση της διευθύνσεως, όσο κατέβαινε κανείς. Το δωμάτιο ήταν εξίσου άνετο και κομψό. Η θέα το ίδιο ανοιχτή* μόνο από τον τρίτο όροφο και κάτω κοβόταν από τα τριγύρω δέντρα.

Ο Τζουζέπε Κόρτε, κυριευμένος από το βραδινό πυρετό, άκουγε, άκουγε τις λεπτομερείς δικαιολογίες με αυξανόμενη κούραση. Στο τέλος αντιλήφθηκε πως του έλειπαν η δύναμη και κυρίως η όρεξη να αντιδράσει ακόμα περισσότερο στην άδικη μετακόμιση. Και χωρίς άλλες διαμαρτυρίες αφέθηκε να τον μεταφέρουν στον κάτω όροφο.

Η μοναδική, αν και πενιχρή, παρηγοριά του Τζουζέπε Κόρτε, άπαξ και βρέθηκε στον πέμπτο όροφο, ήταν να ξέρει πως με ομόφωνη γνώμη γιατρών, νοσοκόμων και ασθενών ήταν ο λιγότερο σοβαρά απ’ όλους στο τμήμα εκείνο. Στον κύκλο εκείνου του ορόφου μπορούσε, κοντολογίς, να θεωρηθεί σαφώς ο πιο τυχερός. Αλλά από την άλλη μεριά τον βασάνιζε η σκέψη πως, τώρα πια, δυο ολόκληρα φράγματα παρεμβάλλονταν ανάμεσα σ’ αυτόν και τον κόσμο των κανονικών ανθρώπων.

Στο μεταξύ η άνοιξη προχωρούσε, ο αέρας γινόταν πιο ζεστός, αλλά ο Τζουζέπε Κόρτε δεν ήθελε πια να ξεπροβάλλει στο παράθυρο όπως τις πρώτες μέρες* παρόλο που ένας τέτοιος φόβος ήταν καθαρή ανοησία, ένιωθε να ταράζεται σύγκορμος από ένα παράξενο ρίγος στη θέα των παραθύρων του πρώτο ορόφου, διαρκώς κλειστών στην πλειονότητά τους, που είχαν γίνει πολύ πιο κοντινά.
Η νόσος του έδειχνε στάσιμη. Επιπλέον, μετά από τρεις μέρες παραμονής στον πέμπτο όροφο, εκδηλώθηκε στο δεξί του πόδι ένα είδος εκζέματος που δε φάνηκε να υποχωρεί τις επόμενες μέρες. Ήταν μια νοσηρή εκδήλωση του είπε ο γιατρός εντελώς ανεξάρτητη από την κυρίως ασθένεια μια διαταραχή που μπορούσε να συμβεί και στο υγιέστερο άτομο του κόσμου. Για να το εξαλείψουν σε λίγες μέρες, θα χρειαζόταν μια εντατική θεραπεία με ακτινοβολίες.

«Και δεν μπορούν να γίνουν εδώ οι ακτινοβολίες;» ρώτησε ο Τζουζέπε Κόρτε.
«Οπωσδήποτε», απάντησε αυτάρεσκα ο γιατρός. «Το νοσοκομείο μας διαθέτει τα πάντα. Μόνο που υπάρχει μια δυσκολία…»
«Τι δυσκολία;» έκανε ο Τζουζέπε Κόρτε μ’ ένα αόριστο προαίσθημα.
«Τρόπος του λέγειν δυσκολία», διόρθωσε ο γιατρός, «ήθελα να πω ότι η εγκατάσταση για τις ακτινοβολίες βρίσκεται μόνο στον τέταρτο όροφο, και δε θα σας συμβούλευα να κάνετε μια τέτοια διαδρομή τρεις φορές την ημέρα».
«Και λοιπόν;»
«Λοιπόν θα ήταν καλύτερα, μέχρι να περάσει το εξάνθημα, να είχατε την καλοσύνη να κατεβείτε στον τέταρτο».
«Φτάνει!» ούρλιαξε τότε εξαγριωμένος ο Τζουζέπε Κόρτε. «Βαρέθηκα να κατεβαίνω! Και να ψοφήσω, στον τέταρτο δεν πάω!»
«Όπως νομίζετε», έκανε διαλλακτικά ο γιατρός για να μην τον ερεθίσει, «αλλά ως θεράπων ιατρός, σας απαγορεύω να κατεβαίνετε τρεις φορές την ημέρα».
Το άσχημο ήταν πως το έκζεμα, αντί να υποχωρήσει, σιγά σιγά απλωνόταν όλο και περισσότερο. Ο Τζουζέπε Κόρτε δεν μπορούσε να βρει ησυχία και στριφογυρνούσε συνεχώς στο κρεβάτι. Έμεινε έτσι, θυμωμένος, τρεις μέρες, ώσπου αναγκάστηκε να ενδώσει. Τέλος παρακάλεσε από μόνος του το γιατρό να του κάνουν τη θεραπεία με τις ακτινοβολίες και να τον μεταφέρουν στον κατώτερο όροφο.
Εκεί κάτω ο Κόρτε πρόσεξε, με ανομολόγητη ευχαρίστηση, πως αποτελούσε εξαίρεση. Οι άλλοι ασθενείς του τμήματος ήταν σαφώς σε πιο σοβαρή κατάσταση και δεν μπορούσαν ούτε λεπτό ν’ αφήσουν το κρεβάτι. Εκείνος, αντίθετα, μπορούσε να έχει την πολυτέλεια να πηγαίνει με τα πόδια από το δωμάτιό του στην αίθουσα των ακτινοβολιών, μέσα στις φιλοφρονήσεις και το θαυμασμό των ίδιων των νοσοκόμων.

Στον καινούριο γιατρό τόνισε μ’ επιμονή την εξαιρετικά ιδιαίτερη θέση του. Ένας ασθενής που ουσιαστικά είχε το δικαίωμα να βρίσκεται στον έβδομο όροφο, βρισκόταν στον τέταρτο. Μόλις περνούσε το εξάνθημα, είχε την πρόθεση να ξαναγυρίσει επάνω. Δε θα δεχόταν καμιά απολύτως καινούρια δικαιολογία. Εκείνος, που θα μπορούσε κανονικά να βρίσκεται ακόμα στον έβδομο.
«Στον έβδομο, στον έβδομο!» αναφώνησε χαμογελώντας ο γιατρός, που εκείνη τη στιγμή τελείωνε την εξέτασή του. «Πάντα υπερβολικοί εσείς οι ασθενείς! Είμαι ο πρώτος που λέω πως μπορείτε να είσαστε ευχαριστημένος από την κατάστασή σας• απ’ ό,τι βλέπω στην κλινική σας καρτέλα, δεν υπήρξαν σοβαρές επιδεινώσεις. Αλλά απ’ αυτό μέχρι να μιλάμε για τον έβδομο όροφο συγχωρήστε μου την ωμή ειλικρίνεια υπάρχει μια κάποια διαφορά! Είστε μια από τις λιγότερο ανησυχητικές περιπτώσεις, συμφωνώ, αλλά είστε πάντα ασθενής!»
«Και λοιπόν, λοιπόν», έκανε ο Τζουζέπε Κόρτε και το πρόσωπό του φλογίστηκε ολάκερο, «εσείς σε ποιον όροφο θα με βάζατε;»
«Ω, Θεέ μου, δεν είναι εύκολο να σας πω, σας έκανα απλώς μια σύντομη εξέταση, για να μπορέσω να αποφανθώ θα έπρεπε να σας παρακολουθήσω τουλάχιστον μια βδομάδα».
«Εντάξει», επέμεινε ο Κόρτε, «αλλά πάνω κάτω θα ξέρετε».
Ο γιατρός για να τον καθησυχάσει προσποιήθηκε πως αυτοσυγκεντρώθηκε για να σκεφτεί μια στιγμή κι έπειτα, συγκατανεύοντας με το κεφάλι προς τον ίδιο του τον εαυτό, είπε αργά: «Ω Θεέ μου, έτσι για να σας ικανοποιήσω, λοιπόν, θα μπορούσαμε ουσιαστικά να σας βάλουμε στον έκτο! Βέβαια, βέβαια», πρόσθεσε σάμπως για να πείσει τον ίδιο του τον εαυτό, «ο έκτος θα ήταν ό,τι πρέπει».

Ο γιατρός πίστευε πως έτσι θα χαροποιούσε τον άρρωστο. Όμως στο πρόσωπο του Τζουζέπε Κόρτε απλώθηκε μια έκφραση πανικού• αντιλαμβανόταν ο άρρωστος πως οι γιατροί των τελευταίων ορόφων τον είχαν εξαπατήσει• να εδώ αυτός ο καινούριος γιατρός, φανερά ικανότερος και πιο τίμιος, που μέσα του ήταν φως φανάρι τον κατέτασσε όχι στον έβδομο, αλλά στον έκτο, μπορεί και πιο κάτω στον πέμπτο! Η απρόσμενη απογοήτευση κατέβαλε τον Κόρτε. Εκείνο το βράδυ ο πυρετός ανέβηκε αισθητά.

Η παραμονή στον τέταρτο όροφο σημάδεψε την πιο ήσυχη περίοδο που πέρασε ο Τζουζέπε Κόρτε μετά την είσοδό του στο νοσοκομείο. Ο γιατρός ήταν άνθρωπος συμπαθέστατος, περιποιητικός και εγκάρδιος• συχνά έμενε κοντά του, ακόμα και ώρες ολόκληρες, να κουβεντιάζει για τα πιο ποικίλα θέματα. Ο Τζουζέπε Κόρτε κουβέντιαζε κι εκείνος πολύ ευχαρίστως, ψάχνοντας για θέματα που αφορούσαν τη συνηθισμένη του ζωή ως δικηγόρου και κοσμικού ανθρώπου. Προσπαθούσε να πείσει τον εαυτό του πως ανήκε ακόμα στην κοινωνία των υγιών ανθρώπων, πως συνδεόταν ακόμα με τον κόσμο των επιχειρήσεων, πως ενδιαφερόταν στ’ αλήθεια για τα κοινά. Προσπαθούσε χωρίς να τα καταφέρνει. Η συζήτηση κατέληγε αναπόφευκτα, πάντα, στην αρρώστια του.

Ο πόθος για μιαν οποιαδήποτε βελτίωση είχε γίνει βραχνάς στον Τζουζέπε Κόρτε. Δυστυχώς οι ακτινοβολίες, αν κατάφεραν να ανακόψουν την εξάπλωση του εξανθήματος, δε στάθηκαν αρκετές να το εξαλείψουν.

Κάθε μέρα ο Τζουζέπε Κόρτε μιλούσε ώρα πολλή με το γιατρό και προσπαθούσε στις συζητήσεις αυτές να φανεί δυνατός, ακόμα και ειρωνικός, χωρίς ποτέ να τα καταφέρνει.
«Πέστε μου, γιατρέ», είπε μια μέρα, «πώς πάει η διαδικασία καταστροφής των κυττάρων μου;»
«Ω, μα τι άσχημα λόγια είναι αυτά!» τον επέπληξε αστειευόμενος ο γιατρός. «Πού τα μάθατε; Δεν είναι σωστό, δεν είναι σωστό, κυρίως για έναν άρρωστο! Δε θέλω ν’ ακούσω ποτέ πια τέτοιες κουβέντες από σας».
«Πάει καλά», αντιμίλησε ο Κόρτε, «όμως δε μου απαντήσατε».
«Ω, να σας απαντήσω αμέσως», έκανε ο γιατρός ευγενικά. «Η διαδικασία καταστροφής των κυττάρων, για να επαναλάβω τη φρικτή σας έκφραση, είναι στην περίπτωσή σας ελάχιστη, κυριολεκτικώς ελάχιστη. Αλλά θα επιχειρούσα να την ονομάσω επίμονη».
«Επίμονη, χρόνια θέλετε να πείτε;»
«Μη μου βάζετε στο στόμα λόγια που δεν είπα. Εγώ θέλω απλώς να πω “επίμονη”. Εξάλλου έτσι γίνεται στην πλειονότητα των περιπτώσεων. Ακόμα και ελαφρότατες παθήσεις χρειάζονται συχνά δραστικές και μακροχρόνιες θεραπείες».
«Μα πέστε μου, γιατρέ, πότε θα μπορώ να ελπίζω σε μια βελτίωση;»
«Πότε; Οι προβλέψεις στις περιπτώσεις αυτές είναι μάλλον δύσκολες… Ακούστε όμως», πρόσθεσε αφού σώπασε λίγο για να σκεφτεί, «βλέπω πως έχετε πραγματική μανία να αναρρώσετε… αν δε φοβόμουν πως θα σας κάνω να θυμώσετε, ξέρετε τι θα σας συμβούλευα;»
«Πέστε μου, πέστε μου σας παρακαλώ, γιατρέ…»
«Ε, λοιπόν, σας θέτω το θέμα πολύ καθαρά. Αν εγώ, προσβεβλημένος από αυτή τη νόσο, σε αμυδρότατη μορφή έστω, βρισκόμουν στο σανατόριο αυτό, που είναι ίσως το καλύτερο που υπάρχει, θα ζητούσα να με εγκαταστήσουν αυτομάτως, κι από την πρώτη μέρα από την πρώτη μέρα, καταλαβαίνετε; σ’ έναν από τους χαμηλότερους ορόφους. Θα ζητούσα να με βάλουν κατευθείαν στον…»
«Στον πρώτο;» ρώτησε μ5 ένα βεβιασμένο χαμόγελο ο Κόρτε.
«Ω, όχι! Όχι στον πρώτο!» απάντησε ειρωνικά ο γιατρός, «όχι κι αυτό! Αλλά στον τρίτο ή ακόμα και στο δεύτερο, οπωσδήποτε. Στους κατώτερους ορόφους η θεραπεία γίνεται πολύ καλύτερα, σας το εγγυώμαι, οι εγκαταστάσεις είναι πληρέστερες και πιο σύγχρονες, το προσωπικό είναι πιο ικανό. Εξάλλου, ξέρετε ποιος είναι η ψυχή αυτού του νοσοκομείου;»
«Δεν είναι ο καθηγητής Ντάτι;»
«Βεβαίως, ο καθηγητής Ντάτι. Αυτός επινόησε τη θεραπεία που εφαρμόζεται εδώ, αυτός είναι ο σχεδιαστής ολόκληρης της εγκατάστασης. Ε λοιπόν αυτός ο κορυφαίος επιστήμων βρίσκεται, ας πούμε, ανάμεσα στον πρώτο και το δεύτερο όροφο. Από κει εκπέμπει την κατευθυντήρια δύναμή του. Αλλά, σας το εγγυώμαι εγώ, η επιρροή του δε φτάνει πέρα από τον τρίτο όροφο• από κει και πέρα θα έλεγε κανείς πως οι ίδιες του οι εντολές κατακερματίζονται, χάνουν την εγκυρότητά τους, παρεκκλίνουν η καρδιά του νοσοκομείου βρίσκεται κάτω, και κάτω θα έπρεπε να βρίσκεται κανείς για να έχει την καλύτερη θεραπεία».
«Δηλαδή», έκανε ο Τζουζέπε Κόρτε με τρεμάμενη φωνή, «εσείς τότε με συμβουλεύετε…»
«Προσθέστε κάτι», συνέχισε ατάραχα ο γιατρός, «προσθέστε πως ιδιαίτερα στη δική σας περίπτωση θα έπρεπε να προσέξουμε και το εξάνθημα. Ένα πράγμα ασήμαντο, συμφωνώ πάνω σ’ αυτό, αλλά μάλλον ενοχλητικό, το οποίο μακροπρόθεσμα θα μπορούσε να καταβάλει το ηθικό σας• και ξέρετε πόσο είναι απαραίτητη για την ανάρρωση η ψυχική γαλήνη. Οι ακτινοβολίες που σας έκαναν απεδείχθησαν επωφελείς μόνο κατά το ήμισυ. Ο λόγος; Ενδέχεται να είναι καθαρή τύχη, αλλά ενδέχεται επίσης να μην είναι αρκετά έντονες οι ακτίνες. Ε, λοιπόν, στον τρίτο όροφο τα μηχανήματα των ακτινοβολιών είναι πολύ πιο ισχυρά. Οι πιθανότητες να θεραπευθεί το έκζεμά σας θα ήταν πολύ περισσότερες. Κι έπειτα, ξέρετε κάτι; Άπαξ και η ανάρρωση μπει σ’ ένα δρόμο, το δυσκολότερο βήμα έχει γίνει. Όταν αρχίσει κάποιος ν’ ανεβαίνει, είναι δύσκολο να ξαναγυρίσει έπειτα πίσω. Όταν αισθανθείτε όντως καλύτερα, τότε τίποτα δε θα εμποδίσει να ξανανεβείτε εδώ σε μας ή και πιο πάνω, ανάλογα με τους “βαθμούς” σας ακόμα και στον πέμπτο, στον έκτο, μέχρι και στον έβδομο τολμώ να πω…»
«Εσείς πιστεύετε πως αυτό θα μπορέσει να επιταχύνει τη θεραπεία;»
«Αναμφιβόλως. Σας είπα ήδη τι θα έκανα εγώ στη θέση σας».

Ο γιατρός έκανε κάθε μέρα τέτοιου είδους συζητήσεις με τον Τζουζέπε Κόρτε. Ήρθε εντέλει η στιγμή που ο άρρωστος, καταπονημένος από το έκζεμα, παρά την ενστικτώδη απροθυμία του να κατέβει, αποφάσισε ν’ ακολουθήσει τη συμβουλή του γιατρού, και μεταφέρθηκε στον κάτω όροφο.

Στον τρίτο όροφο πρόσεξε αμέσως ότι στο τμήμα βασίλευε μια ιδιαίτερη ευθυμία και στο γιατρό και στις νοσοκόμες, αν και εκεί κάτω νοσηλεύονταν ασθενείς με πολύ ανησυχητικές περιπτώσεις. Αντιλήφθηκε μάλιστα ότι από μέρα σε μέρα η ευθυμία αυτή όλο κι αυξανόταν παραξενεμένος, μόλις εξοικειώθηκε λίγο με τη νοσοκόμα, ρώτησε γιατί ήταν όλοι τόσο εύθυμοι.
«Α, δεν το ξέρετε;» απάντησε η νοσοκόμα, «σε τρεις μέρες πάμε διακοπές».
«Πώς; Πάτε διακοπές;»
«Βεβαίως. Για δεκαπέντε μέρες, ο τρίτος όροφος κλείνει και το προσωπικό πάει να ξεσκάσει. Η άδεια πάει με τη σειρά στους διαφόρους ορόφους».
«Και οι άρρωστοι; Τι θα τους κάνετε;»
«Εφόσον υπάρχουν σχετικά λίγοι, οι δύο όροφοι θα γίνουν ένας».
«Πώς; Θα ενώσετε τους ασθενείς του τρίτου και του τέταρτου;»
«Όχι, όχι» διόρθωσε η νοσοκόμα, «του τρίτου και του δεύτερου. Όσοι είναι εδώ θα πρέπει να κατέβουν κάτω».
«Να κατέβουν στο δεύτερο;» έκανε ο Τζουζέπε Κόρτε, χλομός σαν νεκρός. «Θα ’πρεπε λοιπόν να κατέ βω κι εγώ στο δεύτερο;»
«Μα βέβαια. Τι το παράξενο; Όταν γυρίσουμε σε δεκαπέντε μέρες, θα επιστρέφετε σ’ αυτό το δωμάτιο. Δε νομίζω πως υπάρχει λόγος να τρομάζετε».

Όμως ο Τζουζέπε Κόρτε ένα μυστηριώδες ένστικτο τον προειδοποιούσε κυριεύτηκε από ένα σκληρό φόβο. Αφού όμως δεν μπορούσε να εμποδίσει το προσωπικό να πάει διακοπές, πεπεισμένος ότι η καινούρια θεραπεία με τις ισχυρότερες ακτίνες του έκανε καλό το έκζεμα είχε σχεδόν εξαφανιστεί δεν τόλμησε να προβάλει ρητά την αντίθεσή του στην καινούρια μεταφορά. Απαίτησε όμως, αδιαφορώντας για τα πειράγματα των νοσοκόμων, να αναρτηθεί στην πόρτα του καινούριου δωματίου του μια καρτέλα, όπου θα αναγραφόταν «Τζουζέπε Κόρτε, του τρίτου ορόφου, περαστικός». Κάτι τέτοιο ήταν άνευ προηγουμένου στην ιστορία του σανατορίου, αλλά οι γιατροί δεν έφεραν αντίρρηση, σκεπτόμενοι πως και η παραμικρή εναντίωση θα μπορούσε να προκαλέσει σοβαρό κλονισμό σ’ ένα νευρικό άτομο όπως ο Κόρτε.

Επρόκειτο ουσιαστικά να περιμένει δεκαπέντε μέρες, ούτε μία περισσότερο ούτε μία λιγότερο. Ο Τζου ζέπε Κόρτε βάλθηκε να τις μετράει με πείσμα κι απληστία, μένοντας ολάκερες ώρες στο κρεβάτι ασάλευτος, με τα μάτια στυλωμένα στα έπιπλα, που στο δεύτερο όροφο δεν ήταν πια τόσο μοντέρνα και χαριτωμένα όπως στα ανώτερα τμήματα, αλλά αποκτούσαν μεγαλύτερες διαστάσεις και γραμμές πιο επίσημες κι αυστηρές. Κάθε τόσο τέντωνε τ’ αυτιά του, γιατί του φαινόταν πως άκουγε από τον κάτω όροφο των ετοιμοθανάτων, το τμήμα των «καταδικασμένων», αόριστους επιθανάτιους ρόγχους.

Φυσικά όλα αυτά συντελούσαν στην αποθάρρυνσή του. Η κλονισμένη του ηρεμία έδειχνε να βοηθά την αρρώστια, ο πυρετός έτεινε ν’ ανεβαίνει, η γενική εξασθένηση γινόταν εντονότερη. Από το παράθυρο ήταν πια κατακαλόκαιρο και τα τζάμια έμεναν σχεδόν πάντα ανοιχτά δε διακρίνονταν πλέον οι στέγες, ούτε και τα σπίτια της πόλης, παρά μόνο το πράσινο τείχος των δέντρων που περιέβαλλαν το νοσοκομείο.

Μετά από επτά ημέρες, ένα μεσημέρι κατά τις δύο, μπήκαν απροσδόκητα ο αρχινοσοκόμος και τρεις νοσοκόμοι, που έσπρωχναν ένα φορείο με ρόδες. «Είμαστε έτοιμοι για τη μετακόμιση;» ρώτησε ο αρχινοσοκόμος με καλοκάγαθο, αστείο τόνο.
«Ποια μετακόμιση;» ρώτησε με αδύναμη φωνή ο Τζουζέπε Κόρτε, «τι αστεία είναι πάλι αυτά; Δε θα γυρίσουν σε επτά μέρες εκείνοι του τρίτου ορόφου;»
«Ποιανού τρίτου ορόφου;» είπε ο αρχινοσοκόμος σαν να μην καταλάβαινε. «Εγώ έχω την εντολή να σας οδηγήσω στον πρώτο, κοιτάξτε εδώ», και του έδειξε ένα έντυπο για τη μεταφορά του στον κατώτερο όροφο, υπογεγραμμένο ούτε λίγο ούτε πολύ από τον ίδιο τον καθηγητή Ντάτι.

Ο τρόμος, ο δαιμονικός θυμός του Τζουζέπε Κόρτε ξέσπασαν τότε με μακρόσυρτες κραυγές οργής που αν ^ήχησαν σ’ ολόκληρο το τμήμα. «Σιγά, σιγά για το Θεό», ικετέυσαν οι νοσοκόμοι, «υπάρχουν σοβαρά άρρωστοι!» Αλλά πού να τον ηρεμήσουν.
Με τα πολλά, ήρθε τρέχοντας ο γιατρός που διηύθυνε το τμήμα, ένας ευγενέστατος και πολύ καλλιεργημένος άνθρωπος. Πληροφορήθηκε, κοίταξε το έντυπο, ζήτησε εξηγήσεις από τον Κόρτε. Έπειτα στράφηκε θυμωμένος στον αρχινοσοκόμο, δηλώνοντας πως έγινε κάποιο λάθος, εκείνος δεν είχε δώσει καμιά τέτοιου είδους εντολή, εδώ και λίγο καιρό επικρατούσε μια αφόρητη σύγχυση, όλα γίνονταν εν αγνοία του ίδιου… Στο τέλος, αφού επέπληξε τον υφιστάμενό του, απευθύνθηκε σε ευγενικό τόνο στον άρρωστο, ζητώντας του εκ βαθέων συγγνώμη.
«Δυστυχώς όμως», πρόσθεσε ο γιατρός, «δυστυχώς ο καθηγητής Ντάτι πριν μια ώρα ακριβώς έφυγε με μια μικρή άδεια, δε θα γυρίσει παρά σε δυο μέρες. Ειλικρινά λυπάμαι, αλλά δεν μπορούμε να παραβούμε τις εντολές του. Ο ίδιος θα είναι ο πρώτος που θα στενοχωρηθεί, σας το εγγυώμαι… ένα τέτοιο λάθος! Δεν καταλαβαίνω πώς συνέβη!»

Ένα οικτρό τρεμούλιασμα άρχισε να συνταράζει τον Τζουζέπε Κόρτε. Η δύναμη της αυτοκυριαρχίας τον εγκατέλειφε εντελώς. Ο τρόμος τον κατέβαλε όπως ένα παιδί. Οι λυγμοί του αντηχούσαν αργόσυρτοι κι απεγνωσμένοι στο δωμάτιο.

Έφτασε έτσι, εξαιτίας του αποτρόπαιου εκείνου λάθους, στον τελευταίο σταθμό. Στο τμήμα των μελλοθανάτων, εκείνος που, ουσιαστικά, λόγω της ελαφρότητας της περίπτωσής του, κατά την κρίση ακόμα και των πιο αυστηρών γιατρών, είχε το δικαίωμα να καταταγεί στον έκτο, αν όχι στον έβδομο όροφο! Η κατάσταση ήταν τόσο γκροτέσκα που κάποιες στιγμές ο Τζουζέπε Κόρτε ένιωθε σχεδόν τη διάθεση να ξεσπάσει σε ακατάσχετους καγχασμούς.

Ξαπλωμένος στο κρεβάτι, την ώρα που το ζεστό καλοκαιριάτικο μεσημέρι περνούσε αργά πάνω από τη μεγάλη πόλη, κοιτούσε το πράσινο των δέντρων μέσα απ’ το παράθυρο, με την εντύπωση πως έφτασε σ’ έναν κόσμο φαντασιακό, καμωμένο από παράλογους τοίχους και αποστειρωμένα πλακάκια, παγερούς νεκροθαλάμους, λευκές φιγούρες ανθρώπων χωρίς ψυχή του πέρασε μάλιστα απ’ το νου πως και τα δέντρα που νόμιζε πως διακρίνει μέσα απ’ το παράθυρο δεν ήταν αληθινά• στο τέλος μάλιστα το πίστεψε, παρατηρώντας πως τα φύλλα δε σάλευαν καθόλου. Αυτή η ιδέα τον τρόμαξε τόσο ώστε κάλεσε με το κουδούνι τη νοσοκόμα και ζήτησε να του φέρουν τα γυαλιά μυωπίας που δεν τα χρησιμοποιούσε στο κρεβάτι• μονάχα τώρα κατάφερε να ησυχάσει κάπως: με τη βοήθεια των φακών μπόρεσε να σιγουρευτεί πως ήταν αληθινά δέντρα και πως τα φύλλα κάθε τόσο σάλευαν, έστω κι ανάλαφρα, από τον άνεμο.

Σαν βγήκε η νοσοκόμα, πέρασε ένα τέταρτο της ώρας σε πλήρη σιωπή. Έξι όροφοι, έξι τρομερά τείχη, έστω κι από ένα τυπικό λάθος, δέσποζαν τώρα πάνω στον Τζουζέπε Κόρτε, πιέζοντάς τον με αδυσώπητο βάρος. Σε πόσα χρόνια, ναι, χρειαζόταν πράγματι να σκέφτεται χρόνια, σε πόσα χρόνια θα κατάφερνε να ξανανέβει ως το χείλος εκείνου του γκρεμού;

Αλλά, γιατί τάχα το δωμάτιο γινόταν ξάφνου τόσο σκοτεινό; Κι όμως, ήταν ακόμα καταμεσήμερο. Με μιαν ύστατη προσπάθεια ο Τζουζέπε Κόρτε, που ένιωθε να παραλύει από ένα παράξενο μούδιασμα, κοίταξε το ρολόι στο κομοδίνο, δίπλα στο κρεβάτι. Ήταν τρεις και μισή. Γύρισε το κεφάλι από την άλλη μεριά και είδε πως τα ρολά, υπακούοντας σε μια μυστηριώδη διαταγή, κατέβαιναν αργά, κλείνοντας το πέρασμα στο φως.

Ντίνο Μπουτζάτι

Μοιραστείτε το:

Comments