«Έτσι να ‘ρθεις..»

Έτσι να ‘ρθεις, όπως σε γνώρισα. Με ρούχα παιδικά που μυρίζουν ανθόνερο.
Σε καλώ απο τα χρόνια που ήρθαν, που πάγωσαν- απο μια στέπα μοναξιάς και σιωπής.
Έτσι να ‘ρθείς
Να ‘ρθείς
Να σταθείς ξανά απέναντι
Να κοιτάς μονάχα!
Εμένα; Να κοιτάς εμένα!
Τι παράξενο
Τα μάτια πέρασαν απο πάνω μου χωρίς πότε να σταθούν και να δουν.
Άγγιξαν μόνο, αν άγγιξαν;
Μόνο ένα βλέμμα καθρεφτίστηκε στην λίμνη, ένα μοναχικό εξώκοσμο βλέμμα κρυμμένο μέσα σε φόβους και ανασφάλειες.
Χάραζε τότε..
Ένα φως ζεστό,
μετά-έφυγε.
Κάποιος έκλεψε τις ανατολές από την ζωή μου χωρίς να τον δω
Έμειναν μόνο τα απογεύματα, τα σούρουπα. Oι νύχτες.
Ούτε καν τα μεσημέρια-που σε έκαναν τόσο να γελάς-με το θρίαμβο του ήλιου.
Μονο κάτι γλυκα μελαγχολικά σούρουπα
Μια πάχνη ακινησίας τυλιγμένη σε ένα φωτεινό ψεύτικο χρώμα
Ενα χρώμα που θα έσβηνε σε λίγο..
ΕΛΑ
Η θλίψη έφτιαξε το δρόμο.
Η μοναξιά τον άνοιξε.
Η παγωνιά τον έντυσε λευκό
Τον είπαν φωτεινό γιατί ξεχάσαν τι κρύβεται στα βάθη
ΕΛΑ
Να φορας τα ρούχα που με αυτά σε γνώρισα.
Σαφής και κρυστάλλινος με στην ασάφεια μου.
ΕΛΑ!
Να ‘ρθω που;
ΕΙΜΑΙ ΕΚΕΙ..
Ήμουν εκεί μες στην πάχνη,στο φως που σβήνει, στην απατηλή ζωη, στην σιωπή.
Γύρω σου στον αέρα-μόριο σκόνης που σε τυλίγει,
κομμάτι ηλιαχτίδας που έπεφτε πάνω σου..
Αραχνοΰφαντο πέπλο ομίχλης.
ΕΣΥ ΔΕΝ ΜΕ ΕΒΛΕΠΕΣ ΕΣΥ ΔΕΝ ΜΕ ΑΚΟΥΓΕΣ
Είχες κρύψει το καθρεφτάκι σου σε ένα παλιό παιδικό σακάκι
Είχες ξεχάσει την ηχώ σου σε μια εκδρομή της Κυριακής,
γύρισες σπίτι χωρίς αυτήν και ήταν για σένα φυσικό.
Νόμιζες, άλλα έψαχνες και εγώ σε ακολουθούσα.
Σκιά που λιώνει στο δείλι, που δεν υπάρχει την αυγή
ΣΚΙΑ ώσπου να βρεις την αντανάκλαση και αν θυμηθείς τον καθρέφτη
ΣΙΩΠΗ ώσπου να ακούσεις την βουβή κραυγή και να θυμηθείς την ηχώ σου.
Έπρεπε να φτάσεις..μόνη
Τώρα δες…πέρα ΧΑΡΑΖΕΙ
ΣΕ ΛΙΓΟ ΧΑΡΑΖΕΙ..

Μαρία Τσιντιράκη

Μοιραστείτε το:

Comments