o γλάρος

  Υδρόβιο πτηνό της οικογένειας λαρίδες :

έννοια φωνής, κραυγής (φωνάζω, κραυγάζω, ανόητη ομιλία, μωρολογία, βροντώ, κλαίω)

  ο αδηφάγος, ο πλεονέκτης («που να χορτάσει αυτός ο γλάρος») («Κλέωνα τον γλάρον δώρων ελέοντες» Αριστοφάνης)

  αρχ. : ο ανόητος

Ετυμολογία.   γλάρος < λάρος : λέξη ήδη ομηρική, με βασική σημασία «πουλί αδηφάγο»

Χρησιμοποιήθηκε επίσης μεταφορικά για να χαρακτηρίσει τους άπληστους δημαγωγούς (κωμωδία) και τους ανόητους ανθρώπους.

~.~


«  – Λατρεύω τους γλάρους – μου ‘πε ένα ωραίο κορίτσι. Περήφανα πουλιά!

– Τι λες μωρή!…Στεριανά είναι, σαν και σένα!

Τραβούν ανοιχτά για να φάνε.  Μόλις νιώσουνε καταιγίδα κουρνιάζουνε στα λιμάνια.

Παίζει το δελφίνι με τις πλώρες.

Τότε σαλπάρουνε πολλοί μαζί, χυμάνε και του βγάζουνε τα μάτια, το κομματιάζουνε και το τρώνε.»

Νίκου Καββαδία, «ΒΑΡΔΙΑ»

Διαβάστε επίσης:

Μοιραστείτε το:

Comments