Ο George Tooker γεννήθηκε to 1920 στο Μπρούκλιν της Νέας Υόρκης και μεγάλωσε στο Μπέλπορτ του Λονγκ Άιλαντ. Η τροχιά της ζωής του άρχισε να διαφαίνεται από την ηλικία των επτά ετών, όταν άρχισε να λαμβάνει μαθήματα ζωγραφικής από τον Malcolm Fraser, έναν οικογενειακό φίλο. Ξεκίνησε το λύκειο στο Μπέλπορτ, ωστόσο οι γονείς του δεν ήταν ικανοποιημένοι με την ποιότητα του σχολείου και τον έγραψαν σε μία αυστηρη ακαδημαϊκή σχολή στο Αντόβερ, μια περιοχή βόρεια της Μασαχουσέτης.

Στην περιοχή του Αντόβερ, ο Tooker διέκρινε τις κοινωνικές ανισότητες, αφού τα υψηλά ποσοστά ανεργίας ερχόντουσαν σε αντιδιαστολή με τον άνετο τρόπο ζωής των παιδιών της οικονομικής ελίτ που φοιτούσαν στην ακαδημία. Στη σχολή ανέπτυξε μία έντονη αντιπάθεια προς τα μαθήματα που είχαν κυρίως οικονομική και διοικητική κατεύθυνση, αλλά και στον αυστηρό τρόπο διαπαιδαγώγησης, που έθετε τους φοιτητές ανίκανους να εκδηλώνουν τα συναισθήματά τους. Για το λόγο αυτό, περνούσε τις ώρες του στο καλλιτεχνικό εργαστήριο της σχολής ζωγραφίζοντας τοπία με ακουαρέλες.

Ο Tooker αποφοίτησε το 1938 και πήγε για σπουδές στο Χάρβαρντ, όπου και ειδικεύτηκε στην αγγλική λογοτεχνία, το μόνο ακαδημαϊκό αντικείμενο του ενδιαφέροντός του. Ταυτόχρονα, επισκεπτόταν ατελείωτες ώρες το Μουσείο τέχνης παρατηρώντας και μελετώντας αναγεννησιακούς και προ-Ραφαελικούς πίνακες. Η αγαπημένη του όμως ασχολία ήταν να ζωγραφίζει αστικά και αγροτικά τοπία από πόλεις γύρω από τη Βοστώνη. Την περίοδο εκείνη αναμείχθηκε σε διάφορες ριζοσπαστικές πολιτικές οργανώσεις που όμως παράτησε γρήγορα επειδή τις θεωρούσε δογματικές και άκρως βαρετές. Ωστόσο, αυτή ήταν η περίοδος που τον έκανε να συνειδητοποίησει πως η προοπτική της τέχνης, θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί σαν ένα εργαλείο για κοινωνική δικαιοσύνη. Με την αποφοίτησή του από το Χάρβαρντ το 1942, στρατολογήθηκε στο Σώμα Πεζοναυτών όμως απολύθηκε σύντομα λόγω σοβαρού προβλήματος στο στομάχι του.

Το 1943 ήταν η χρονιά πουπραγματοποιήσε το όνειρό του και έγινε φοιτητής στη Σχολή Καλών Τεχνών της Νέας Υόρκης. Εκεί γνώρισε τον ζωγράφο και μετέπειτα φίλο του Paul Cadmus, ο οποίος τον παρότρυνε να δουλεύει με την τεχνική της αυγοτέμπερας. Γοητευμένος από τη συμμετρία και τα γεωμετρικά σχέδια, ο Cooper εργάζονταν με αργούς ρυθμούς ζωγραφίζοντας περίπου δύο πίνακες το χρόνο, ξοδεύοντας αρκετό διάστημα αναζητώντας πάντα πρωτότυπες ιδέες για θέματά του.

Στους περισσότερους πίνακές του ο Cooper αποδίδει σκόπιμα τη μοναξιά και την αποξένωση, με ήρωες τους ανθρώπους της κοινωνικής πραγματικότητας. Στα πρόσωπά τους αποτυπώνονται στοιχειωμένες εκφράσεις με σκιασμένα χαρακτηριστικά, τονίζοντας την αποστράγγιση της ζωής τους. Ωστόσο, υπάρχουν και περιστασιακές αναλαμπές με έργα γεμάτα φως και ζωή.

Η αναγνώριση του ταλέντου του ήρθε στο ξεκίνημα της δεκαετίας του ’50, όταν το Whitney Museum αγόρασε το γνωστότερο του έργο με τίτλο «The Subway». Από το 1951 και μετά, έκανε ατομικές εκθέσεις, κυρίως στη Νέα Υόρκη, ενώ το 1965 και για τρία χρόνια επέστρεψε στη Σχολή Καλών Τεχνών, αυτή τη φορά ως καθηγητής.

Ο George Cooper έζησε ένα μεγάλο μέρος της ζωής του ανάμεσα στο Βέρμόντ και στη Μάλαγα, παρέα με τον φίλο και συνεργάτη του William Christopher. Θα αφήσει την τελευταία του πνοή στις 28 Μαρτίου 2011.

Διαβάστε επίσης:

Μοιραστείτε το:

Comments