Σηκώνω το βλέμμα μου στον ουρανό, μπας κι ανακαλύψω κάτι εκεί πάνω που να θυμίζει καλοσύνη, αλλά πού. Το μόνο που βλέπω είναι αδιάφορα σύννεφα που παρασύρονται προς τον Ειρηνικό. Και δεν έχουν τίποτα να μου πουν. Τα σύννεφα είναι πάντα λιγομίλητα. Πιθανώς να μην έπρεπε να τα κοιτάζω. Αυτό που θα έπρεπε να κοιτάζω, υπάρχει μέσα μου. Σαν να καρφώνεις τη ματιά σου κάτω σ’ ένα βαθύ πηγάδι.
Υπάρχει καθόλου καλοσύνη εκεί μέσα;

Όχι, το μόνο που βλέπω είναι η ίδια μου η φύση.
Η ατομική, πεισματάρικη, ακοινώνητη, συχνά εγωκεντρική φύση μου, που πάντα αμφισβητεί τον εαυτό της – και που όταν εμφανίζεται ένα πρόβλημα, προσπαθεί να βρει κάτι αστείο, ή κάτι που να μοιάζει μ’ αστείο στην όλη κατάσταση. Κουβαλάω εδώ και καιρό αυτό το χαρακτήρα, σαν παλιά βαλίτσα, σ’ ένα μακρύ, σκονισμένο μονοπάτι. Δεν την κουβαλάω επειδή μ’ αρέσει. Το περιεχόμενό της παραείναι βαρύ, και δείχνει φτηνιάρικη, κι έχει γεμίσει μπαλώματα. Φαντάζομαι ότι την κουβαλάω μαζί μου, επειδή εξαρχής δεν είχα τι άλλο να κουβαλήσω.
Κι όμως, υποθέτω ότι έχω δεθεί μαζί της. Όπως θα περίμενε κανείς.

Απόσπασμα από το βιβλίο «Για τι πράγμα μιλάω, όταν μιλάω για το τρέξιμο» του Χαρούκι Μουρακάμι

Διαβάστε επίσης:

Μοιραστείτε το:

Comments