Στις μέρες μας, κανένας πια δε γράφει γιορτινές ιστορίες. Βασική αιτία είναι ότι δεν έχει απομείνει στη ζωή τίποτα το γιορτινό. Οι δαίμονες και τα θαύματα των Χριστουγέννων πέρασαν, όπως λέγεται, στη σφαίρα της παράδοσης. Οι πεθαμένοι ωστόσο έμειναν. Για έναν πεθαμένο, λοιπόν, μπορώ, κύριοι, να σας πω μια ιστορία.

Τούτη η αληθινή ιστορία συνέβη πριν απ’ τα Χριστούγεννα. Το Σεπτέμβριο. Μου την είπε ένας παιδίατρος. Ήταν ο γιατρός αυτός αρκούντως ηλικιωμένος, με κάτασπρα μαλλιά. Έφταιγε το συμβάν που άσπρισε ή άσπρισε από μόνος του, άγνωστο. Αλλά, στ’ αλήθεια, ήταν κατάλευκος, με φωνή αδύναμη και ραγισμένη. Παρομοίως και για τη φωνή. Άγνωστο πού τη σπατάλησε. Στο συμβάν ή γενικώς.
Το θέμα μας όμως δεν είναι αυτό.

Κάθεται, λοιπόν, μια φορά ο γιατρός στο γραφείο του και συλλογίζεται:
«Οι ασθενείς στις μέρες μας δεν αξίζουν», σκέφτεται. «Όλοι τους προσπαθούν να γιατροπορευτούν με τα βιβλιάρια ασφαλείας».
Ξάφνου χτυπάει το κουδούνι.

Μπαίνει ένας κύριος, μεσήλικας, και παραπονιέται για αδυναμία. Η καρδιά του, λέει, σταματάει όλη την ώρα, και γενικώς αισθάνεται ότι θα πεθάνει σύντομα, αμέσως μετά την επίσκεψη αυτή. Εξέτασε ο γιατρός τον ασθενή, αλλά τίποτα σχετικό δε βρήκε. Σαν ταύρος ήταν, γερός,
ροδομάγουλος, και τα μουστάκια του καλοφροντισμένα και στριφτά. Όλα τα υπόλοιπα στη θέση τους. Έγραψε ο γιατρός στον ασθενή αμμωνιακές σταγόνες γλυκάνισου, πήρε για την επίσκεψη εφτά καπίκια και κούνησε το κεφάλι απογοητευμένος. Χαιρετήθηκαν.

Την επόμενη μέρα, την ίδια ώρα, έρχεται μια γριούλα με μαύρο μαντίλι. Φυσάει τη μύτη της και λέει κλαίγοντας:

«Ψες, ήρθε σε σας ο ανιψιός μου ο Βασίλι Λεντεντσόφ. Λοιπόν, σήμερα τη νύχτα, τέλειωσε. Μπορείτε να μου δώσετε ένα πιστοποιητικό θανάτου;»
Ο γιατρός λέει:
«Πολύ παράξενο που πέθανε. Από τις σταγόνες γλυκάνισου σπανίως πεθαίνει κανείς. Όπως και να ‘χει, πιστοποιητικό θανάτου δεν μπορώ να εκδώσω, αν δε δω τον θανόντα».
Η γριούλα λέει:
«Θαυμάσια, ελάτε μαζί μου. Δεν είναι μακριά από δω».

Πήρε ο γιατρός μαζί του τα ιατρικά του εργαλεία, φόρεσε, προσέξτε, πάνω από τα παπούτσια τις γαλότσες του και βγήκε μαζί με τη γριούλα.

Να τους λοιπόν να ανεβαίνουν στον πέμπτο όροφο. Μπαίνουν στο διαμέρισμα. Πράγματι, μυρίζει μοσχολίβανο. Ο νεκρός είναι τοποθετημένος πάνω στο τραπέζι. Κεριά καίνε ένα γύρο. Και η γριά σκούζει λυπητερά σε μια άκρη. Ο γιατρός ένιωσε θλιβερά και δυσάρεστα.

«Για φαντάσου, ο ξεμωραμένος, τι θανάσιμο λάθος έκανα με τούτο τον ασθενή. Τι ιστορία κι αυτή για εφτά καπίκια».

Κάθεται στο τραπέζι και γράφει γρήγορα το πιστοποιητικό. Το έγραψε, το έδωσε στη γριά και, χωρίς να χαιρετήσει, βγήκε γρήγορα.
Έφτασε στην εξώπορτα. Και ξάφνου θυμήθηκε, μα την Παναγία, ξέχασε τις γαλότσες του.

«Τι ταλαιπωρία για εφτά καπίκια. Θα πρέπει να ξανασκαρφαλώσω εκεί πάνω».

Ανεβαίνει και πάλι τη σκάλα. Η πόρτα βεβαίως είναι ανοιχτή. Και τότε βλέπει το μακαρίτη Βασίλι Λεντεντσόφ να κάθεται στο τραπέζι και να δένει τα μποτίνια του. Δένει τα μποτίνια και φιλονικεί με τη γριά. Και η γριά πάει ένα γύρο στο τραπέζι και σβήνει με τα χέρια τα κεριά. Σαλιώνει τα δάχτυλα και σβήνει.

Παραξενεύτηκε πολύ από αυτό ο γιατρός, του ήρθε από τον τρόμο να ουρλιάξει, αλλά κρατήθηκε, και έτσι όπως ήταν, χωρίς γαλότσες, το έβαλε στα πόδια.

Έτρεξε στο σπίτι του, ξάπλωσε στο ντιβάνι, με τα δόντια του να χτυπάνε. Μετά ήπιε αμμωνιακές σταγόνες γλυκάνισου, ηρέμησε και τηλεφώνησε στην αστυνομία. Την επομένη η αστυνομία διαλεύκανε την ιστορία.

Αποδείχτηκε ότι ο εισπράκτορας δημοσίων χρεών, Βασίλι Μιτροφάνοβιτς Λεντεντσόφ, καταχράστηκε τρεις χιλιάδες κρατικά ρούβλια. Με τα χρήματα αυτά ήθελε, αφού σβηστεί από τα κατάστιχα, να αρχίσει μια υπέροχη νέα ζωή. Αλλά δεν τα κατάφερε.

Οι γαλότσες επιστράφηκαν στο γιατρό τα Χριστούγεννα, ακριβώς την παραμονή.

Μιχαήλ Ζοσένκο

Διαβάστε επίσης:

Μοιραστείτε το:

Comments