samartzi iris(Παραμύθι για το πρώτο έγχορδο)

Ήταν μια φορά ένας τόπος κλειστός. Γύρω του βουνά-θάλασσα πουθενά… Και στον τόπο εκείνο ζούσαν άνθρωποι κλειστοί, λιγομίλητοι, που αγαπούσαν μόνο ό,τι ήταν παλιό και σίγουρο: το χώμα, τους προγόνους, τη σκληρή δουλειά, τ’ολόγιομο φεγγάρι…

Σε τούτους τους ανθρώπους άρχοντας ήταν ο πιο λιγομίλητος απ’όλους-ο ποιο σκοτεινός, που ποτέ του δε γελούσε ούτε με τα χείλη ούτε με τα μάτια. όμως στη σφιγμένη του καρδιά είχε μιαν αγάπη: τη μονάκριβή του κόρη, τη γεμάτη γέλιο, λαχτάρα για ό,τι καινούριο και ό,τι αβέβαιο, ορίζοντες ήλιους…
Κι έφτασε το πλήρωμα του χρόνου, κατά τη γνώμη του άρχοντα, να παντρευτεί η αρχοντοπούλα κάποιο αρχοντόπουλο άξιο και καλό του τόπου εκείνου, όμως το γελαστό κορίτσι δεν ήθελε. Διάλεγε και ξεδιάλεγε και πέρναγαν χειμώνες, καλοκαίρια, μα εκείνη έμοιαζε να μη βιάζεται, σαν να περίμενε κάτι, κάποιον, που θα ερχόταν σ’ένα άλλο πλήρωμα χρόνου από αλλού…
Και ξημέρωσε ένα ανοιξιάτικο πρωινό που ο άλλος εκείνος χρόνος έγινε τώρα και το αλλού εδώ και σκόνη σηκώθηκε από εκείνο το κάτι, τον κάποιον, που απ’την πέρα πλευρά των βουνών πλησίαζε και πλησίαζε κι ερχόταν όλο και πιο κοντά…

Έφτασε! Ήταν όμορφος σαν τον ουρανό τη νύχτα, με μάτια γεμάτα αλήθειες αλλιώτικες, χάδια, τραγούδια… Και τα τραγούδια τούτα τα τραγουδούσε, κι έλεγε παραμύθια και ιστορίες για τον κόσμο πέρα απ’τα βουνά σ’όσους ήθελαν να τον ακούσουν, ξέροντας πως εκείνοι δε θα διαβούν ποτέ τη γραμμή του ορίζοντα. Για πρώτη φορά φορά οι άνθρωποι εκείνοι οι κλειστοί, οι λιγομίλητοι, ανοίχτηκα στο καινούριο σαστισμένοι, μαγεμένοι… Μα απ’ όλους πολύ μαγεύτηκε η αρχοντοπούλα. Και μαζί της ο ξένος των τραγουδιών.
Ενώθηκε το γέλιο και η ματιά τους. Και τα βουνά μπήκανε στην καρδιά του. Και η καρδιά της γέμισε θαλασσοπούλια.
Έτσι αγαπήθηκαν.

Όμως ο άρχοντας πατέρας δεν ήθελε να δει τη θυγατέρα του ν’ανοίγει τα φτερά. Κι όταν ο ξένος των τραγουδιών ζήτησε να την πάρει γυναίκα και να φύγουμε μακριά, ο άκαρδος απ’την πολλή αγάπη άρχοντας διάταξε να τον διώξουν και να χτίσουν φυλακή για τη θυγατέρα του, τιμωρία επειδή αγαπήθηκαν.
Οι φρουροί πήραν τον τραγουδιστή και τον οδήγησαν μακριά, πέρα από τον ορίζοντα. Κι έχτισαν στην αρχοντοπούλα φυλακή χωρίς πορτοπαράθυρα-μονάχα μ’ένα χαμηλό φεγγίτη-, ήλιος να μη τη δει ώσπου να ορίσει τη μέρα που θα παντρευτεί με κάποιον λιγομίλητο του τόπου.
Και στα βουνά, οι φρουροί φρουρούσανε τον ξένο κι ο ξένος την πίκρα και την προσμονή, με μόνη του παρηγοριά τα τραγούδια που’ στελνε με τον άνεμο να βρούνε την αγαπημένη.

Εκείνη αφουγκραζόταν τους αέρηδες και ρουφούσε με λαχτάρα τα λόγια της αγάπης, όμως για να λυγίσει του πατέρα της τη θέλησηδε δεχόταν τροφή ούτε νερό κι αδυνάτιζε, έλιωνε και σιγά σιγά έσβηνε κι η φωνή της…
Αλλά ήθελε κι αυτή να τραγουδήσει και να ιστορήσει τη χαρά και τον πόνο του αβέβαιου- θα’ρθει δε θα’ρθεί-, γι αυτό έπλεξε τα μακριά ξανθά μαλλιά της σε λεπτές, λεπτότατες πλεξούδες και τα ‘δεσε σε γραμμές- στοιχισμένες και τεντωμένες τόσο που άλλο δεν παίρνει- στα κάγκελα της φυλακής κι ύστερα τραγούδησε…όχι με τη φωνή αλλά με τα ακροδάχτυλά της.

Ήταν το τραγούδι εκείνο τόσο μαγικό που γήτεψε τους φτωχούς κι αρχόντους, φρουρούς, φυλακισμένους, ξένους, μεγάλους και μικρούς κι όλοι κίνησαν για εκεί που τα χέρια τραγουδούσαν. Κι η σαγήνη ήταν τόση που γκρέμισαν τους τοίχους της φυλακής κι έβγαλαν την αρχοντοπούλα έξω μαζί με το παράθυρο, μαζί με τα μαλλιά της τα δεμένα, μαζί με το τραγούδι το θεϊκό, με τον ρυθμό, την αρμονία, την πρωτάκουστη μελωδία που ξάφνου αναγνώρισαν σαν μια μνήμη παλιά, τόσο παλιά όσο η χαρά της ζωής, που είναι κρυμμένη παντού: στο χώμα και στη θάλασσα, στη σκληρή δουλειά και στο γλυκό τραγούδι, στ’ ολόγιομο φεγγάρι και στον γελαστό ήλιο…
Κι όλοι είπανε την αρχοντοπούλα μούσα, μούσα που πα’να πει χαρά και σκέψη, πα’να πει αυτή που εμπνέει και γεννάει στους άλλους τη λαχτάρα να αναζητούν, να νιώθουν, να δημιουργούν.
Και ο πατέρας της, που η μαγεία της μελωδίας τον έβγαλε από τον λήθαργο του εγωισμού, ο ίδιος την παρέδωσε στα χέρια του ξένου.

Κι έτσι η μούσα του παραμυθιού πήρε γι’άντρα της τον ταξιδευτή-τραγουδιστή και μαζί του έφτιαξε από ξύλο και λέπτές, λεπτότατες χορδές που μοιάζαν με τα ξανθά μαλλιά της όργανο που το’παν της μούσας, μουσικό…
Κι αυτή που έπαιζε μουσική μ’αυτόν που ήξερε να τραγουδά μαζί νικήσανε.

Δρόμο πήραν, δρόμο αφήσαν, περπατήσανε πέρα απ’τα βουνά. Και μαζί τους δρόμους άφησε και δρόμο πήρε κι έφτασε ως εμάς, ρυθμική, μελωδική και μαγική τόσο που πολύ δε γίνεται, η μουσική.

Λίλη Λαμπρέλη από «Τα παραμύθια της μουσικής»
(Εκδόσεις Πατάκη 2013)

Διαβάστε επίσης:

Μοιραστείτε το:

Comments