1509731_426249684210444_6979850686984833887_n Κοιτάζει τα δέντρα μέσα στην καταχνιά του χιονόνερου και της έρχονται δάκρυα στα μάτια. Η ομορφιά την πληγώνει. Πρέπει να μάθω να υπάρχω ανάπηρη, συλλογίζεται, ή πρέπει να βρω έναν τρόπο ζωής που να γιατρεύει την ψυχή μου. Η σκέψη της στο χωριό. Εκεί είναι η μάνα και η γιαγιά Σμαραγδή, εκεί πρέπει να πάω νοητά και το παιδί μου. Άραγε θα το ονειρευτώ ποτέ; Εκείνη η μικρή ψυχή ψυχούλα, που έφυγε ακατάδεκτη για τον απάνω κόσμο της, θα ’ρθει ποτέ στο όνειρό μου; Θέλω να τη δω, έστω κι έτσι, να τη δω. Κι η σκέψη της σ’ εκείνον τον Ίωνα οραματιστή, τον Εφέσιο, που είπε πως αυτός που κοιμάται αγγίζει στ’ όνειρό του τον κόσμο τον πέρα. Ακόμα κι αυτό το ήξερε η γιαγιά Σμαραγδή. Μπορεί να μην ήξερε ακριβώς τον Εφέσιο, όμως ήξερε πολύ καλά πως στα όνειρά μας επικοινωνούμε με τον κόσμο τον άλλο, των ψυχών. Τώρα πρέπει ν’ αγοράσω βιβλία και ν’ ασχοληθώ μ’ αυτά, συλλογίζεται. Όταν ξέρεις, είναι πιο εύκολο να συμφιλιωθείς. Θέλει να συμφιλιωθεί. Να καταλαγιάσει ο θυμός που νιώθει για τον άλλο κόσμο. Πώς μπορεί να της παίρνει ένα βλαστάρι, που δεν πρόφτασε ν’ ανοίξει τα μάτια στο φως; Με ποια δικαιοσύνη;

Αυτή την έλλειψη δικαιοσύνης θέλει να δει, αυτή την παιδεύει. Και η άβυσσος. Μια άβυσσος κύκλια, ημικύκλια, που έφερε όλον τον τεράστιο όγκο της μέσα στη ζωή της. Και δε χωρά να σταθεί. Της φαίνεται πως περπατά άκρη άκρη πάνω σ’ αυτόν τον ελλιπή κύκλο, πάνω στην ίδια την άβυσσο – πάνω και κάτω μία. Άλλη αίσθηση των πραγμάτων πια, άλλη αίσθηση του χώρου. Κι ο χρόνος κύκλιος κι αυτός, ημικύκλιος στο σχήμα της αβύσσου. Πώς άλλαξαν οι αναλογίες, συλλογίζεται, τίποτα δεν είναι το ίδιο πια. Μόνο οι αναμνήσεις. Αυτές παραμένουν ατόφιες, με τον ίδιο όγκο τους μέσα στο χρόνο. Και καθώς το μυαλό συνεργάζεται με το σώμα για να δημιουργήσει άμυνες να γλυτώσει την τρέλα, η Ίρις αισθάνεται την αγάγκη να αναπολεί ευχάριστες στιγμές, μόνο ευχάριστες.

Έκλεινε τα δεκαπέντε της. Ψηλή και όμορφη, σχηματισμένη γυναίκα. Ήταν το τελευταίο καλοκαίρι της στο χωριό. Το Σεπτέμβριο θα έφευγε για να τελειώσει το σχολείο στην Αθήνα και να δώσει εξετάσεις στη Νομική κι ύστερα στη Δημοσιογραφία που ονειρευόταν. Αισθανόταν πως είχε κάποια πράγματα να πει, κι αυτά, πίστευε, θα τα έβγαζε με τα άρθρα της. Από μικρή της άρεσε να διαβάζει. Ό,τι έβρισκε μπροστά της το καταβρόχθιζε. Πίστευε ακόμη πως κάποια στιγμή θα έγραφε κι ένα βιβλίο, την ιστορία της ζωής της. Γι’ αυτό και ό,τι ζούσε το κατέγραφε μέσα της, για να το θυμάται όταν έλθει η ώρα. Και τώρα αισθάνεται πως ήρθε η ώρα.

Βγαίνει από την αναπόληση για να δει την καινούργια σκέψη που την ξάφνιασε. Όχι, δεν ήθελε να κάνει βιβλίο τη δοκιμασία της. Όχι, για κανέναν. Αισθάνεται πως αυτό θα βεβήλωνε τη μνήμη του παιδιού της. Εκείνος ο πόνος ήταν δικός της. Μόνο δικός της. Κάποια πράγματα τα μοιράζεσαι με άλλους και χάνουν την αξία τους. Και αυτός ο πόνος, το πένθος όπου σε λίγο θα έμπαινε με τα κεριά της γιαγιάς, ήταν ό,τι πιο πολύτιμο είχε ποτέ.

Κάπου θολά και αξεδιάλυτα αισθανόταν ότι αυτό πλάτυνε τη ζωή της, της έδωσε διαστάσεις τρομακτικές, καινούργιες αισθήσεις να αντιλαμβάνεται τα πράγματα, όπως αυτή με τον κύκλιο όγκο της αβύσσου, κι όπως αυτή με την ομιλία που ετοίμαζε στο μυαλό της για το συνέδριο. Η Ίρις που ήξερα τέλειωσε, συλλογίζεται. Η Ίρις που γεννήθηκε από την οδύνη του περιστατικού είναι ένα καινούριο πλάσμα και δεν γνωρίζω ακόμα τις δυνατότητές της.

Της άρεσε.

Λοιπόν, όχι βιβλίο για το παιδί. Όχι, ποτέ. Ας μη μάθει κανείς πόσο πόνεσα και τι εσήμαιναν για μένα οι τρεις μέρες που πήρα την απόφαση να το σκοτώσω κι οι άλλες τρεις που σπάραξα να το κρατήσω. Κανείς δεν αξίζει να το μάθει. Μπορώ όμως να γράψω ένα βιβλίο για τη δύναμη της απώλειας, για την καινούρια αντίληψη, ναι, αυτό, για το χρόνο και τη μνήμη και την άβυσσο, για τον όγκο τους μέσα στη ζωή μας.

Η σκέψη τής δημιουργεί μιαν έξαψη. Κι ο νους της πάλι στο χωριό. Άραγε να είναι ακόμα εκεί ο Εξάγγελος;
Δυο χρόνια τον παίδευε. Την έβλεπε την επιθυμία του, τον εφηβικό έρωτά του, τη ζήλια του και της άρεσε να τον παιδεύει. Μπορεί και να τον δοκίμαζε στο βάθος, να ζητούσε μια επιβεβαίωση, το αργό μαρτύριο της θυσίας.Τότε ακόμα δεν υπήρχαν κέντρα διασκέδασης στο χωριό, κλειστός ορίζοντας, αυστηρός, και οι άνθρωποι δούλευαν τη γη με τα παλιά συστήματα, δούλευαν και αγαπούσαν τη γη, άνθρωποι του μόχθου. Όμως η Ίρις ζούσε σε ένα δικό της κόσμο. Το σώμα της ξυπνούσε ερωτικά, κι αυτό ήταν θεσπέσιο και αλαζονικό.Είχαν τελειώσει τη σχολική χρονιά κι οι δρόμοι τους χώριζαν πια. Δεν θα πήγαινε κάθε πρωί να την πάρει, δεν θα περπατούσαν δίπλα δίπλα στα μονοπάτια να πάνε στο γειτονικό χωριό πότε με βροχές και πότε με αγέρηδες. Εκείνος θα δούλευε με τον πατέρα του στα κτήματα κι εκείνη θα μελετούσε. Νόμιζε πως ήταν η έξυπνη, γι’ αυτό κι όταν έμαθε πως ο Εξάγγελος έγινε γιατρός, έμεινε έκπληκτη.

Λίγες μέρες πριν φύγει, τον ειδοποίησε πως ήθελε να τον δει. Στην πραγματικότητα, ήθελε να τον αποχαιρετήσει. Θα πήγαιναν στο αρχαίο θέατρο που ήταν στη βόρεια άκρη του χωριού, τελείως κατεστραμμένο, να περιπλανηθούν στις επιγραφές και στα σκόρπια μάρμαρα, κι ύστερα θα περνούσαν από το χώρο του αρχαίου ναού όπου σώζονταν κάποια λείψανα. Έλεγαν πως ήταν ο ναός της θεάς Άρτεμης εκεί, είχαν βρει και κάποια ειδώλια. Εκείνος ήταν ευτυχισμένος. Το σώμα του ηλιοψημένο και το πρόσωπό του τρυφερό και αρρενωπό, ηλιοψημένο κι αυτό, κι έτσι με τα σγουρά του μαλλιά να πέφτουν στο μέτωπο και τα μεγάλα μάτια έμοιαζε με αρχαίο θεό. Φορούσε ένα υπόλευκο υφαντό πουκάμισο δεμένο στη μέση με κορδόνι και λαστιχένια παπούτσια. Θα της μιλούσε. Σήμερα θα της μιλούσε, έλεγε. Είχε ανάγκη να της εξομολογηθεί την αγάπη του, δεν άντεχε άλλο να την πνίγει μέσα του. Όλο το καλοκαίρι που δούλευε στα κτήματα, στο πότισμα και στο ξαυλάκωμα, αυτό σκεφτόταν. Πως, μόλις άνοιγε το σχολείο κι έσμιγαν πάλι, θα της μιλούσε. Θα της έλεγε πως οι γονείς του δέχτηκαν να τον σπουδάσουν και πως θ’ άρχιζε τη μελέτη από τώρα. Δεν πρόφτασε. Τον είδε ευτυχισμένο κι ήθελε ευθύς να του χαλάσει τη χαρά. «Σε λίγες μέρες φεύγω για την Αθήνα», είπε. Και με την ίδια σκληρότητα, με την ίδια αλαζονική διάθεση, «θα τελειώσω εκεί το γυμνάσιο και θα δώσω εξετάσεις στη Νομική και στη δημοσιογραφία», συμπλήρωσε.

Tην κοίταξε αμίλητος, το κάτω χείλι να τρέμει, ωχρός. «Φεύγεις…», είπε μόνο, «ώστε θα φύγεις…»
Τίποτα για την αγάπη. Τίποτα για τις σπουδές. Χτυπήθηκε με την περηφάνια του. Για μια στιγμή, αισθάνθηκε γελοίος που ήταν τόσο τρυφερός, τόσο έτοιμος να της παραδοθεί. Κι εκείνη χαιρόταν που τον έβλεπε έτσι αδέξιο, έτσι ερωτευμένο. Πήγαν στο αρχαίο θέατρο και κάθισαν στις διαλυμένες κερκίδες. Το χέρι του έτρεμε πλάι στο δικό της, μα δεν το άγγιξε. Ξαφνικά, δεν τον ενδιέφεραν οι σπασμένες πέτρες και οι επιγραφές. Δεν ένιωθε τη γη που μοσκοβολούσε, την καλαμιά. Κι όταν βγήκε το φεγγάρι και ο τόπος λούστηκε στ’ ασήμια του και φάνταζε εξωπραγματικός, του ήρθαν δάκρυα στα μάτια. Πήρε εκείνη το χέρι του και το έσφιξε στο δικό της. Ύστερα προχώρησαν στο μονοπάτι. Δεξιά του θεάτρου, ήταν ένας λόφος που συχνά πήγαιναν. Από κει έβλεπαν όλη τη Λυκοποριά. Καθώς βασίλευε ο ήλιος, ήταν λουσμένη στα μαλάματα. Και τους άρεσε.

«Θέλω να με κάνεις δική σου», του λέει. Κι εκείνος χλόμιασε. Είδε το σώμα του κι έτρεμε. «Τι … τι ζητάς… ξέρεις τι λες;» «Θέλω να με κάνεις δική σου», λέει πάλι εκείνη και αγγίζει με τα ξαναμμένα χείλη της τα δικά του. Τα χέρια του από μόνα τους λύγισαν γεμάτα πόθο και την έσφιξαν πάνω στο δυνατό του σώμα. Σαν πελώριες φτερούγες γερακιού άπλωναν και δίπλωναν και την έσφιγγαν όλο και πιο δυνατά, πιο παράφορα. Έβγαλε το πουκάμισό του και το ’στρωσε πάνω στο χορτάρι. Ύστερα βυθίστηκαν κι οι δυο σ’ εκείνη την πρώτη γνωριμία του σώματος. Στον πρώτο αναστεναγμό της μεγάλης έκστασης. Τα σώματά τους, ιδρωμένα, φλογισμένα, αθώα, έσμιγαν και χαλάρωναν και πάλι έσμιγαν διψασμένα, ζητούσαν να γευτούν την απόκρυφη μέθη, το μυστήριο που έκρυβαν. Μόνο οι σαύρες άκουσαν τους αναστεναγμούς και τα λόγια της αγάπης. Οι σαύρες με το μεταξωτό δέρμα, που πήγαιναν να κοιμηθούν, και τα νυχτοπούλια, όσα βρέθηκαν γύρω στο λόφο. Ήταν αδέξιοι κι οι δυο, κι αυτό τους έκανε πιο τρυφερούς, πιο παράφορους. Κι όταν βγήκαν από την αγνότητα και κοιτάχτηκαν στα μάτια, τους φάνηκε πως το φεγγαρόφωτο ήταν πιο λαμπερό κι η σιωπή της νύχτας εύθραυστη σαν μαγική.Δεν είπαν τίποτα. Κανένας λόγος δεν ήταν πιο δυνατός από κείνη τη μαγική σιωπή. Και μόνο όταν την πήγε έξω από το σπίτι της κι έσφιξαν τα χέρια, «μη φύγεις, της ψιθύρισε, σ’ αγαπώ, πες μου πως θα σε ξαναδώ…» Κι εκείνη του έκλεισε με τα δάχτυλα το στόμα, «μη ζητάς τίποτα, μη λες τίποτα, να με θυμάσαι».

Μαρία Λαμπαδαρίδου – Πόθου
Απόσπασμα από το μυθιστόρημα «Η επέτειος των ρόδων»

Μοιραστείτε το:

Comments