Συλλογιζόταν μια σταγόνα καθώς έπεφτε από τα σύννεφα.

«Άραγε πού θα πέσω; Αν πέσω στη θάλασσα, σε τόσα εκατομμύρια σταγόνες, κανείς δε θα καταλάβει ότι ήρθα. Αν πάλι πέσω στην ξηρά, στο χώμα ή την πέτρα, θα χαθώ. Αν είχα την τύχη να πέσω πάνω σ’ ένα φύλλο κόκκινου, κίτρινου, μπλε, άσπρου, μοβ λουλουδιού και να μείνω εκεί σα φωτεινή στιγμή… Αυτό δα ήταν το καλύτερο!» Έκλεισε τα μάτια της και προσευχήθηκε.

Σε λίγο νιώθει να κυλάει από την άκρη των ματιών στην άκρη των χειλιών ενός γέροντα που ασάλευτος κοίταζε τα μοβ, τα άσπρα, τα κόκκινα, τα μπλε λουλούδια του.

Λουδοβίκος των Ανωγείων

Διαβάστε επίσης:

Μοιραστείτε το:

Comments