Πρώτη εικόνα

Ο Στέφανος, μαθητής Λυκείου, βγάζει τη γιαγιά του στην αυλή. Το πρωί ψιχάλιζε, τώρα μαύρα σύννεφα τρέχουνε στον ουρανό. Το πηγάδι, τα λουλούδια, μια φωτίζονται, μια σκοτεινιάζουν. Η μάνα του, απ’ την κουζίνα, ανοίγει το παράθυρο.

– Παιδάκι μου, φέρε μέσα τη γιαγιά, έχει υγρασία.

– Μια στιγμούλα να την φωτογραφίσω θέλω.

– Πάλι;

– Παράτα με. Θα πεθάνει και δε θα την έχουμε.

Ετοιμάζει τους φακούς και περνάει φίλτρα. Η τέχνη της φωτογραφίας του ’χει γίνει πάθος. Αγόρασε λεκάνες, τανκ, υγρά, μεγεθυντήρα κι έστησε σκοτεινό θάλαμο στην αποθήκη. Ο τόπος γιόμισε κουτάκια φιλμ, δε προλαβαίνει να εμφανίζει. Συχνά πειραματίζεται, τον γοητεύουν οι μεγάλες μεγεθύνσεις με τ’ αχνά και τις κουκίδες. Τώρα προέχει η γιαγιά, είναι στα τελευταία της. Μαζί με τ’ άλλα τη βρήκε και εγκεφαλικό. Τουλάχιστον να μείνει μια καλή φωτογραφία. Να μιλάει! Οι άλλες στο σαλόνι βγήκαν ψεύτικες…

Δυτικά, λουρίδες σύννεφα χάνονται στο βάθος σαν δρόμοι από στάχτες. Εκεί θα στήσει τη γιαγιά όρθια. Μικρή ήρθε πρόσφυγας απ’ την Ανατολή, περιπλανήθηκε ξυπόλυτη στα βόρεια, αργότερα κατέβηκε με κάρα, σκοτώθηκε ο παππούς και την πέταξαν στους δρόμους μικρομάνα, δούλεψε σκληρά σ’ Αρβανιτοχώρια.. Όταν παντρεύτηκε η κόρη της κι έστησε νοικοκυριό, έμπαινε όπως σ’ εκκλησία, τίποτα δεν άγγιζε, από μακριά κοιτούσε και σταυρο κοπιότανε. “Δόξα Σοι ο Θεός”. Όχι. Στο πλάνο δεν θα μπούνε σπίτια. Μόνο ουρανός.

– Γιαγιά εδώ κοίτα, εδώ. Σου μιλάω, δεν ακούς;

Ο Ήλιος βγαίνει και χτυπάει τη γιαγιά κατάματα.

– Λόρμπα φα, λέει, που σημαίνει, “Σβήσε το φως”.

Μετά το εγκεφαλικό δεν είναι η παλιά γιαγιά, είναι μια άλλη με δίκιά της γλώσσα. Παράδειγμα. “Κοζέμ τη λάρδα” θα πει, “κλείστε τη πόρτα”, τυχαία τ’ αποκρυπτογραφήσανε αυτά. Υπάρχουν όμως κι άλλα όπως κείνο το “Πομίζ”. Ώρες – ώρες το λέει επίμονα. “Πομίζ, πομίζ” δε την καταλαβαίνουν και στεναχωριέται. Η Έλλη, η μικρή αδελφή του Στέφανου, που λατρεύει τη γιαγιά – έχουν το ίδιο όνομα και μάτια, μαύρα, λαμπερά σαν ελιές που βράχηκαν – αγωνίζεται να τ’ αποκρυπτογραφήσει.

– Πομίζ… πομίζ… μουρμουρίζει σκεφτική… Πομό… Υπομονή;… Πομέκ… Μπας κι είναι Τούρκικο… Μαμά, η κατάληξη -ιζ είναι Αρβανίτικη, λένε, ε;

– Το Πομίζ είναι μάλλον Σλάβικο, της λέει σοβαρά ο θείος που του αρέσει να πειράζει.

Της διηγείται ιστορίες όταν, λέει, η γιαγιά περιπλανιότανε ψηλά, κάπου στις Πρέσπες. Η Έλλη ακούει προσεχτικά, δε λέει τίποτα. Βηματίζει σκεφτική, κάθεται αντίκρυ στη γιαγιά της. Κοιτιούνται με τα μαύρα μάτια τους… Σλάβικο λοιπόν!

– Αμάν πια βρε γιαγιακούλα, τα Βαλκάνια είσαι!

Ο Στέφανος καδράρει πλάνα. Τώρα, πάνω απ’ το τσεμπέρι της γιαγιάς τρεμοπαίζει ο ήλιος, δε ξέρεις αν είναι τρυφερός ή άγριος, έτσι πρέπει, ακριβώς σαν τη γιαγιά.

Χάιδευε, φιλούσε, ξάφνου σκλήραινε κι αναρωτιόσουνα. Αυτή; Μίλαγε με τα παιδιά, αστεία, παραμύθια, λόγια, μπαίνανε μεγάλοι κι αμέσως τα τσιγγουνευότανε. Ιδίως με τους ξένους. Τίποτα. Άκουγε μονάχα. Απόμακρη, στητή στα μαύρα.

– Γιαγιά, σήκωσε το κεφάλι, σου ’πεσε. Στητή γιαγιά, είσαι μια αρχόντισσα.

Δεύτερη εικόνα

Τούρκικα πλοία βγήκαν στο Αιγαίο. Σκοπιά, επιφυλακή, κλεισούρα τόσες μέρες, τα φανταράκια παλαβώσανε. Άντε να συγκρατήσεις τη ζωή που βράζει. Τους τη δίνει ώρες ώρες και ξεσπάνε μ’ άγρια αστεία. Τώρα σήκωσαν στα χέρια κάποιον και τον κουβαλάνε με κραυγές. Απ’ το βάθος του διαδρόμου ένας ξεφωνίζει.

– Στέφανε… Στέφανε… Στο διάολο… Έλα, ρε. Τηλέφωνο…

Από το τσούρμο ένας φαντάρος φεύγει τρέχοντας, η σκάλα τρέμει απ’ τ’ άρβυλα. Μπαίνει στο γραφείο του λόχου. Η ώρα είναι εφτά τ’ απόγευμα. Απ’ το παράθυρο οι κάμποι πρασινίζουν πέρα ως πέρα, το στάρι φέτος ψήλωσε με μιας, η Άνοιξη είχε δύναμη… Ακούει τη φωνή της μάνας του.

– Παιδάκι μου, η γιαγιά είναι πολύ άσχημα.

Μένει για λίγο σιωπηλός, λαχανιασμένος.

– Πέθανε;

Η φωνή στο σύρμα δεν μιλάει. Αναστέναξε.

– Πότε θα τη θάψετε;

– … Από κει έρχομαι… Εσύ είσαι καλά; Ανησυχούμε όλοι.

– Καλά είμαι… Άντε γεια.

Κλείνει. Κοιτάει τους κάμπους. Απ’ τα σπαρτά πετάχτηκαν πουλιά, κοπάδι. Η γιαγιά που τον ανέθρεψε – η μάνα του όλη μέρα δούλευε – η γιαγιά! Πέθανε λοιπόν. Κατεβαίνει αργά. Ξάφνου την βλέπει. Έρχεται απ’ το θάλαμο, μεγάλη, δυο μέτρα πιο ψηλή απ’ τους φαντάρους. Κρατά πιάτο.

– Στέφανε ψυχούλα μου θα φας;

– Όχι.

– Τότε κι’ εγώ θα πέσω στο πηγάδι.

Μια και δυο βγαίνει στην αυλή, κι απ’ το πηγάδι ακούγεται ένα μπλουμ.

– Γιαγιά μου, γιαγιάκα μου, θα φάω, θα φάω. Πού ’σαι γιαγιάκα μου καλή, πού είσαι;

Α, νάτη! Πίσω απ’ τα λουλούδια. Σίεται το τσεμπέρι της. Βγήκε. Τα μάτια της τ’ ανατολίτικα, δακρύσανε απ’ τα γέλια, το πρόσωπό της, άσπρο Σλάβικο, κοκκίνησε. Κρύβει το γέλιο της με το ’να χέρι και κάτω το σαγόνι της, ωραία στρογγυλεμένο, σαν από άγαλμα Ελληνικό που ράϊσε.

– Πάψτε, ρε, πάψτε… Ακούστε. Πέθανε η γιαγιά μου τα Βαλκάνια. Κερνάω για την ψυχή της. Πάμε στο Κ.Ψ.Μ. Πιείτε ό,τι γουστάρετε.

Κάποιοι, μες στην αντάρα, πιάσαν μόνο το κερνάω και ζητωκραυγάζουνε. Η ώρα είναι περίεργη. Ο Στέφανος εκπέμπει θέρμη, την νιώθουνε τα παλικάρια και τον γυροφέρνουνε.

Τους διηγείται αστεία της γιαγιάς, τσουγκρίζουν τα ποτήρια, γελάνε, συγχωρνάνε, διασκε-δάζουνε. Ιδίως με… τα “Λόρμπα φα” και το “Κοζέμ τη λάρδα”. Ένας φαντάρος μπαίνει κι αφήνει τη πόρτα ανοιχτή. Πώς του ’ρθε του λοχία και φωνάζει.

– Στραβάδι, Κοζέμ τη λάρδα.

Αυτό ήταν. Σε όλο το λόχο ηχούν τα λόγια της γιαγιάς. …Η νύχτα έρχεται, οι πρώτες βάρδιες ετοιμάζονται για τα φυλάκια. Φοράνε κράνη, κρεμούν ντουφέκια, μοιράζουνε τις σφαίρες κι ηχούν τα κλείστρα.

—Τους φάγαμε τους Τουρκαλάδες. Θα πάρουμε τα μέρη που γεννήθηκε η γιαγιά του Στέφανου.

– Λόμπρα φα.

– Έχουμε και τους Σκοπιανούς.

– Όλους γΰρω -γΰρω τους έχουμε τους κερατάδες.

– Πομίζ, Κοζέμ τη λάρδα.

Έπεσε η νύχτα. Στα φυλάκια σκοτάδι κι ησυχία. Ο Στέφανος αργεί να κοιμηθεί, στο νου του τρέχουνε εικόνες. Η γιαγιά μαζεύει κομματάκια σπάγκο, τα τυλίγει κουβαράκι. Της ζητάει χρήματα, λύνει το μαντήλι και του δίνει. Όλα… Τώρα είναι στα χώματα. Θαμμένη. Κι εδώ τα παλικάρια μίλαγαν τη γλώσσα της. Γυάλιζαν τα κράνη και τις σφαίρες. Κάποιοι ήταν σχεδόν αμούστακοι. Κατ’ απ’ τα σίδερα είχαν μια τρυφεράδα κοριτσίστικη. Κάθε πρωί η γιαγιά τάιζε τη γαλοπούλα, της μίλαγε, τη χάιδευε, την αγαπούσε. Μια μέρα, φραπ, της πήρε το κεφάλι πέρα ως πέρα. Όπως αγαπούσε έτσι κι έσφαζε. Έτσι είναι στα Βαλκάνια, όπως αγαπάμε σφάζουμε. Σ’ όλον το κόσμο δηλαδή. Ο άνθρωπος. Κι ύστερα χάνεται. Σαν φωτογραφία που σκορπάνε οι κουκίδες. Κοιμήθηκε σιγά-σιγά φιλοσοφώντας χωρίς να χύσει δάκρυ. Αντίθετα. Σκεφτόταν πότε-πότε κάτι που του φαίνονταν αστείο και χαμογελούσε.

Τρίτη εικόνα

Νύχτα. Στο καφενείο οι θαμώνες έχουν αραιώσει. Ψηλά η τηλεόραση δείχνει νυχτερινές ειδήσεις ενώ στη τζαμαρία που μαυρίζει χτυπά ψιλόβροχο. Καταμεσής στ’ άδεια τραπέζια ο Στέφανός κάθεται με πολιτικά. Μόνος. Τα μούτρα του σα να ’χουνε πρηστεί λιγάκι. Και τα μαλλιά του. Αραιωμένα φαίνονται. Τα χρόνια που περάσανε δεν ήσαν και τόσο βολικά… Όταν αγαναχτεί φωνάζει.

– Μη μου τα λέτε ’μένα αυτά. Τω έχω περάσει από σαράντα κύματα, όπως η γιαγιά μου.

Υπερβολές. Είναι και λίγο εγωιστής. Ποιος ξέρει όμως. Εξάλλου η Ζωή έχει κύματα και κύματα που έρχονται και πάνε σαν της θάλασσας. Να, οι ειδήσεις. Κάτι γίνεται πάλι στα Βαλκάνια. Άνθρωποι μ’ όπλα, καίγονται σπίτια, πρόσφυγες. Υπάρχουν κι εφημερίδες στο τραπέζι μ’ όλα τούτα. Ο Στέφανος τις ξεφυλλίζει αμίλητος. Στάθηκε. Αυτή η φωτογραφία!… Αυτή! Εκτός από το τραγικό έχει και Τέχνη. Δηλαδή… επειδή έχει Τέχνη δείχνει και το τραγικό. Μια κίνηση κοκκαλωμένη, αυτά τα χείλη τα σφιγμένα τα ’παν όλα. Φωτογραφίες! Ο κόσμος σε κουκίδες. Άνθρωποι, Πένθος, Έρωτας. Στη τζαμαρία το ψιλόβροχο δυνάμωσε. Ο Στέφανος νιώθει να πνίγεται, ο νους του τρέχει στα παλιά. Πού να ’ναι τώρα ο μεγεθυντήρας, τα υγρά, το τανκ; Α, ναι. Στοιβαγμένα με τ’ άχρηστα στην αποθήκη. Όλα τα παράτησε, όλα. Βγαίνει στο δρόμο, ερημιά. Βαδίζει μες τη νύχτα κάτω απ’ τη βροχή, περνά ξυστά από κλεισμένες πόρτες και παράθυρα. Εδώ παλιά ήταν τσαγκαράδικο. Ο μπάρμπα-Σάββας. Τον φωτογράφιζε κλεφτά που κάρφωνε. Στο πάνω δρόμο γίνονταν η λαϊκή. Τέντες πολύχρωμες, μήλα και λάχανα, ψάρια, μπαχαρικά, νοικοκυρές με τσάντες, παιδιά, σκυλιά.. Ήθελε φωτογραφίες να μιλάνε. Εξάλλου κι ο Θεός το ίδιο θέλει. Έπλασε το κόσμο με μικρές κουκίδες. Τη μία μπλέκονται, μετά διαλύονται για να ξαναμπλεχτούν… Αν ήταν τώρα ανοιχτά θα ’παίρνε φιλμ, θα τράβαγε, θα τράβαγε κι όλη τη νύχτα θα εμφάνιζε να βγει κάτι απ’ τα χέρια του, να δείξει κάτι, να… Βούλιαξε, σιχάθηκε τον εαυτό του, ό,τι πίστευε το ξέχασε.

Απ’ το ’να πεζοδρόμιο περνάει στ’ άλλο. Ψηλά οι λάμπες φωτίζουν τη βροχή. Στάθηκε. Τσως απ’ τα παλιά τα φιλμς να ’χει ξεμείνει κάτι στην αποθήκη. Ψάχνει σε χαρτόκουτα και παλιοσακκούλες. Η Τύχη, λένε, βοηθά τους καλλιτέχνες όταν ψάχνουν, βρήκε το κόκκινο λαμπάκι, ανάβει ακόμα απίστευτο.

Σ’ ένα τρελό τραπέζι στήνει σύνεργα και ξεδιπλώνει φιλμς. Κοιτάει στο φως. Άνθρωποι, βάρκες… Αυτό τι είναι; Θολά, γραμμές και δυο κηλίδες, δε βγαίνει νόημα, τα μαύρα είναι άσπρα, τα άσπρα μαύρα κι η φωτογραφία μάλλον κουνημένη. Όμως έχει μια δύναμη. Κάτι τον σπρώχνει. Αυτό θα εμφανίσει. Χρειάζεται μεγέθυνση. Ανάβει τον μεγεθυντήρα, βυθίζει το λευκό χαρτί στα υγρά, το κόκκινο φωτίζει το σκοτάδι. Κοιτάει σκυφτός, αμίλητος. Προσμένει. …Άρχισε.

Κάτι σα χέρι αόρατο γράφει στο χαρτί, δυο αχνές κηλίδες. Σκουραίνουν, γίναν’ γκρίζες. Αχνές γραμμές, βαθαίνουν και ξεπετιώνται άλλες. Τ’ αχνά γίνονται γκρίζα, τα γκρίζα μαύρα, δυο μάτια είναι. Κοιτάνε τον Στέφανο κατάματα. Κι όλο σκουραίνουν κι έρχονται, έρχονται από κάπου, γίνανε σαν ελιές κατάμαυρα και γύρω γράφονται ρυτίδες, αυλακιές. Που’ άφησαν καράβια στα νερά, κάρα στους λασπόδρομους. Κι αυτά τα χείλη τα σφιχτά… Θεέ μου, το πρόσωπο ζωντάνεψε. Κινήθηκε! Όχι, έπεσε κάτι, τάραξε τα υγρά εμφάνισης. Δάκρυα. Κλαίει ο Στέφανος. Μνήμες κι αισθήματα, νέα, παλιά, σκόρπιες κουκίδες, ήρθαν και μπλέχτηκαν.

Κώστας Θλιμμένος

 

Μοιραστείτε το:

Comments