….περπατάς όπου να ‘ναι κάποιο βράδυ, έτσι στην τύχη, βλέπεις μιά κοπέλα να γέρνει ακριβώς πάνω από το νερό,την πλησιάζεις κατά τύχη,γυρνάει και σου λέει: Το όνομά μου εμένα είναι Μάμα, μη μου πείς το δικό σου.
Δεν της λές το δικό σου, της λες: Πού πάμε;
Σου λέει εκείνη: πού θές να πάμε; Δεν καθόμαστε εδώ; Είσαι;
Κάθεσαι λοιπόν εκεί, ως τα χαράματα πού φεύγει.
Όλη νύχτα τη ρωτάω: Ποια είσαι;
Πού μένεις;
Τι κάνεις;
Πού δουλεύεις;
Πότε θα ξαναβρεθούμε;
Λέει εκείνη σκύβοντας πάνω από το ποτάμι: Δεν τ’αφήνω ποτέ το ποτάμι,πάω απ ‘τη μιά όχθη στην άλλη, από τη μιά γέφυρα των πεζών στην άλλη, ανηφορίζω το κανάλι και επιστρέφω πάλι στο ποτάμι, χαζεύω τίς μαούνες, χαζεύω τούς υδατοφράκτες, ψάχνω το βυθό τού νερού, κάθομαι στήν άκρη του νερού ή σκύβω πάνω του, εγώ μόνο σε γέφυρες και σε όχθες μπορώ και μιλάω και μόνο εκεί μπορώ να αγαπάω,όπου αλλού είμαι σάν ψόφια, όλη μέρα βαριέμαι και κάθε βράδυ επιστρέφω κοντά στο νερό..και δέν αφήνουμε ο ένας τόν άλλο, ως το πρωί.
Και το πρωί την κοπανάει και εγώ την άφησα να την κοπανήσει,δίχως να το κουνήσω……..

Μεσημέριασε και εγώ καθόμουνα καταμεσής στη γέφυρα, δεν ήταν το πραγματικό της όνομα ούτε εγώ της είπα το δικό μου, κανείς δεν θα μάθει ποτέ ποιός αγάπησε ποιόν, μια νύχτα ξαπλωμένοι στο κράσπεδο μιάς γέφυρας………

Στη διάρκεια μιάς μέρας λοιπόν, έγραψα στούς τοίχους: «Μάμα σ΄αγαπώ, Μάμα σ΄αγαπώ»,  σε όλους τούς τοίχους ώστε να μη γίνεται να μη με διαβάσει, θα είμαι όλη νύχτα στη γέφυρα Μάμα, τη γέφυρα της περασμένης νύχτας, έτρεχα όλη μέρα σαν τρελός «γύρνα ξανά Μάμα, γύρνα ξανά», έγραφα σαν τρελός «Μάμα, Μάμα, Μάμα» και τη νύχτα περίμενα καταμεσής στη γέφυρα και σάν ξημέρωσε έπιασα ξανά τούς τοίχους, όλους τούς τοίχους, ώστε να μη γίνεται να μήν πέσει πάνω τους «γύρνα ξανά στη γέφυρα, γύρνα ξανά μόνο μιά φορά, μιά τόση δα φορούλα, γύρνα μόνο ένα λεπτό να σε δω Μάμα, Μάμα, Μάμα, Μάμα, Μάμα, Μάμα» …. σκατά κι απόσκατα.
Περίμενα σαν μαλάκας μιά νύχτα, δυό νύχτες, τρείς νύχτες και βάλε, έψαχνα σ’όλες τις γέφυρες, έτρεχα από την μιά στην άλλη, πολλές φορές κάθε νύχτα.
Τριάντα μία γέφυρες είναι δίχως να λογαριάσουμε τα κανάλια,και τη μέρα έγραφα, γέμισαν οι τοίχοι, δεν γινόταν να μη με διαβάσει..

Σκατά κι απόσκατα όμως, δεν ήρθε, δεν θάρθει ποτέ πια…
Εξακολουθούσα ωστόσο να γράφω στούς τοίχους κι εξακολουθούσα να ψάχνω σ΄όλες τις γέφυρες,τριαντα μία και δίχως να λογαριάσουμε τα κανάλια…
Και δέν την ξαναβρήκα ποτέ πιά να σκύβει πάνω από το νερό…….

Bernard Marie Koltes «Η νύχτα μόλις πριν από τα δάση»
μετάφραση Μάγια Λυμπεροπούλου
εκδόσεις ΑΓΡΑ

Διαβάστε επίσης:

Μοιραστείτε το:

Comments