Ήταν παραμονή Χριστουγέννων και αισθανόμουν πολύ λυπημένος. Η ζωή της οικογένειάς μου, ήταν τόσο σοβαρά διαταραγμένη, ώστε ήμουν βέβαιος πως τα φετινά Χριστούγεννα δεν θα έφταναν ποτέ. Δεν υπήρχε τίποτα από τη συνηθισμένη χαρά και αγωνία που αισθανόμουν πάντα περιμένοντας τα Χριστούγεννα. Ήμουν οκτώ χρονών, αλλά τους τελευταίους μήνες ένιωσα πως μεγάλωσα απότομα.

Τα προηγούμενα χρόνια σκεφτόμουν ότι τα Χριστούγεννα έρχονταν στο χωριό μου φέρνοντας πολλά και σπουδαία πράγματα. Ήταν για μένα, μία από τις πιο χαρούμενες θρησκευτικές γιορτές. Ήταν η εποχή που παντού άκουγες χαρούμενα εορταστικά τραγούδια. Στους δρόμους, στην τηλεόραση, στο ράδιο. Παντού. Τα Χριστούγεννα ήταν η θρησκευτική γιορτή που η εκκλησία ξεκινούσε τις προετοιμασίες της από τον Νοέμβριο κιόλας. Πραγματικά, είχαμε όλοι την αίσθηση πως ετοιμαζόμασταν για τη γέννηση του μικρού Ιησού.

Τα Χριστούγεννα ήταν ο καιρός, που συγγενείς και φίλοι όλων των φυλών, με μεγάλη χαρά επισκέπτονταν ο ένας τον άλλο. Θεωρούσα πως αυτή, είναι η πραγματική έννοια των Χριστουγέννων. Θυμήθηκα με νοσταλγία κάποια από τα παραδοσιακά φαγητά του τραπεζιού της παραμονής και ανήμερα των Χριστουγέννων. Ρύζι, κοτόπουλο, αρνί και φρούτα διαφόρων ειδών. Φαγητά που ήταν αδύνατο πλέον να γευτώ.Τα σπίτια ήταν πάντα διακοσμημένα με πανέμορφα χάρτινα στολίδια. Τα παιδιά λάτρευαν να τα στολίζουν, όπως και τα σχολεία τους επίσης, με πολύχρωμο γκοφρέ χαρτί.

Όλοι ανυπομονούσαμε για τη θεία λειτουργία της παραμονής των Χριστουγέννων στην Εκκλησία. Με το τέλος της, ο κόσμος πλημμύριζε με αισθήματα χαράς και ευτυχίας και όλοι είχαν την γιορτινή διάθεση που έπρεπε, με τους τοπικούς μουσικούς να δίνουν τον ρυθμό στους δρόμους του χωριού.

Την επόμενη μέρα, τη μέρα των Χριστουγέννων, πηγαίναμε στην Εκκλησία για να διαβάσουμε την Αγία Γραφή και να τραγουδήσουμε τα κάλαντα, υπενθυμίζοντας στους εαυτούς μας το νόημα της γέννησης του Ιησού. Μετά τη λειτουργία, τα παιδιά έπαιρναν δώρα που συνήθως ήταν μπισκότα και σοκολάτες και κάποιες φορές ρούχα και παπούτσια. Οι μεγαλύτεροι έλεγαν ότι ήταν δώρα που έφερε ο Άγιος Βασίλης και αυτό στα μάτια μας, σήμαινε Χριστούγεννα.

Στο μεταξύ, κατά την διάρκεια των εορτασμών, οι άνθρωποι χαιρετούσαν ο ένας τον άλλο με την ευχή “Afishapa” που σήμαινε καλά Χριστούγεννα και ευτυχισμένο το νέο έτος. Πόσο θα ήθελα αυτές οι αναμνήσεις να γίνονταν πραγματικότητα εκείνη την βραδιά, προκειμένου να μας ξαναφέρουν τα Χριστούγεννα. Αυτή όμως εκείνη η παραμονή Χριστουγέννων ήταν διαφορετική και ήξερα ότι τα Χριστούγεννα δεν θα έρχονταν ποτέ ξανά.

Ήταν τότε που μας κυρίεψε η λύπη και η απελπισία, λόγω του περιστατικού που συνέβη τον προηγούμενο Απρίλιο, όταν ο αποκαλούμενος «Στρατός της απελευθέρωσης» επιτέθηκε στο χωριό μας και πήρε όλα τα νέα αγόρια και κορίτσια μακριά. Οικογένειες δολοφονήθηκαν και χωρίστηκαν. Αναγκαστήκαμε να φύγουμε και να περπατήσουμε πολλά χιλιόμετρα μακριά. Πεινούσαμε πάρα πολύ και υπήρχε τόσο, μα τόσο λίγο φαγητό.

Οι στρατιώτες κατά το πέρασμά τους, έκαψαν τα πάντα στο χωριό μας και όταν φύγαμε, είχαμε πλέον χάσει την αίσθηση του τόπου και του χρόνου. Ως εκ θαύματος, καταφέραμε να ξεφύγουμε από τους στρατιώτες κατά τη διάρκεια μιας βροχερής νύχτας. Έπειτα από πολλές εβδομάδες στο τροπικό δάσος, πήραμε τον δρόμο της επιστροφής για το καμένο πλέον χωριό μας.
Ο περισσότεροι ήμασταν σε άθλια κατάσταση, εξουθενωμένοι και άρρωστοι. Πολλά μέλη των οικογενειών μας δεν υπήρχαν πουθενά για να βρεθούν. Δεν γνωρίζαμε καν, τι μέρα και τι ώρα είναι.

Αυτή ήταν η τραγική κατάσταση, μέχρι που η άρρωστη γιαγιά μου παρατήρησε ένα κιτρινοκόκκινο άνθος που εμείς το ονομάζουμε «Φωτιά στο βουνό», σχεδόν ανθισμένο πάνω στο δέντρο που βρίσκονταν στη μέση της αγοράς για πολλές γενεές, το οποίο άνθιζε πάντα την εποχή των Χριστουγέννων. Για κάποιο λόγο είχε επιζήσει από τη φωτιά που είχε καταπιεί την αγορά. Θυμήθηκα το νέκταρ που έβγαινε από αυτό το πανέμορφο λουλούδι, ελκύοντας τα έντομα, κάνοντάς τα νυσταγμένα να πέφτουν στο έδαφος. Ήμασταν έκπληκτοι που η φωτιά που έβαλαν οι στρατιώτες για να κάψουν την αγορά, δεν κατέστρεψε το δέντρο της «Φωτιάς του βουνού».

Ήταν ένα θαύμα. Η γιαγιά μας είπε ότι ήταν σχεδόν Χριστούγεννα γιατί το λουλούδι μόλις άρχιζε να ανθίζει. Από τότε που θυμόταν η γιαγιά, αυτό συνέβαινε μόνο τα Χριστούγεννα. Για λίγα λεπτά, μόλις αντίκρισα το λουλούδι, ένιωσα χαρούμενος. Σύντομα όμως με κυρίευσε η λύπη και πάλι. Πως ήταν δυνατόν να έχουν έρθει τα Χριστούγεννα χωρίς να έχω τους γονείς μου και με το χωριό μου κατεστραμμένο; Πως είναι δυνατόν να είναι Χριστούγεννα και να γιορτάζουμε την γέννηση του Βασιλιά της Ειρήνης, τη στιγμή που από τον περασμένο Απρίλιο δεν γνωρίζουμε ειρήνη, παρά μόνο πόλεμο και δυστυχία; Πως θα μπορούσαμε να γιορτάσουμε, όπως μας προέτρεψε η γιαγιά μου να κάνουμε, πριν φύγει από τη ζωή; Αυτή ήταν η τελευταία της επιθυμία πριν χαθεί εχθές το βράδυ.

Σκεφτόμουν τις ξέγνοιαστες Χριστουγεννιάτικες στιγμές των περασμένων ετών και τις τωρινές στιγμές απόγνωσης, μέχρι τη στιγμή που η σκέψη μου διακόπηκε από τις κόρνες αυτοκινήτων που πλησίαζαν το χωριό μας. Στην αρχή νομίζαμε ότι ήταν αυτοκίνητα γεμάτα με οπλισμένους άνδρες και έτσι τρέξαμε να κρυφτούμε στο δάσος.

Ωστόσο, οι άνθρωποι αυτοί δεν ήταν οπλισμένοι και δεν ήταν στρατιώτες. Ήτανε μόνο κάποιοι συνηθισμένοι ταξιδιώτες. Η γέφυρα του ποταμού έξω από το χωριό μας, είχε καταστραφεί τον περασμένο Απρίλιο από τους στρατιώτες κατά την έξοδό τους από το χωριό. Είχε ήδη αρχίσει να σκοτεινιάζει και υπήρχαν φήμες πως οι δρόμοι ήταν γεμάτοι με νάρκες. Γι’ αυτό το λόγο δεν ήθελαν να ρισκάρουν και έτσι ακολούθησαν διαφορετική διαδρομή που τους οδήγησε στο χωριό μας. Όταν μας αντίκρισαν, έδειχναν συγκλονισμένοι και τρομαγμένοι στη θέα της δυστυχίας που υπήρχε γύρω τους. Πολλοί απ’ αυτούς ξέσπασαν σε κλάματα. Μας επιβεβαίωσαν ότι πράγματι απόψε ήταν η Παραμονή Χριστουγέννων. Ήταν ταξιδιώτες που πήγαιναν στα χωριά τους, με σκοπό να γιορτάσουν τα Χριστούγεννα με τις οικογένειές τους και τους φίλους τους.
Τώρα οι περιστάσεις τους είχαν φέρει στο χωριό μας, αυτή τη στιγμή, σε αυτήν τη νύχτα πριν από τα Χριστούγεννα. Μοιράστηκαν μαζί μας τα λιγοστά τους τρόφιμα. Μας βοήθησαν ακόμα να ανάψουμε φωτιά που θα μας κράταγε ζεστούς, στο κέντρο της αγοράς.

Μέσα σ’ όλα αυτά, η αδερφή μου αρρώστησε και δεν μπορούσε να σταθεί στα πόδια της. Από την ώρα που δραπετεύσαμε από τους στρατιώτες, βρίσκονταν σε κατάσταση σοκ και παρέμενε σιωπηλή. Τη στιγμή που επιστρέψαμε στο χωρίο μας, η γιαγιά μου, είχε πει πως η αδερφή μου περίμενε παιδί.

Φοβόμουν τόσο πολύ γι’ αυτήν, γιατί το νοσοκομείο ήταν μακριά και δεν είχαμε φάρμακα. Αρκετοί ταξιδιώτες μαζί με τους χωρικούς, έβγαλαν τα πουκάμισα τους θέλοντας να φτιάξουν ένα κρεβάτι για την αδερφή μου, για να ξεκουραστεί πλάι στη φωτιά που είχαν από πριν ανάψει.

Εκείνη τη μοιραία νύχτα, γέννησε ένα όμορφο αγοράκι. Η γέννηση ενός παιδιού στην Αφρική απαιτεί γιορτή, είτε υπάρχει πόλεμος είτε όχι.
Χορέψαμε και διασκεδάσαμε έως ότου λάλησε ο κόκορας στις έξι το πρωί. Τραγουδήσαμε τα κάλαντα των Χριστουγέννων, ο καθένας στη δική του γλώσσα. Για πρώτη φορά μετά από μήνες, ένιωσα τον πόνο και την δυστυχία να δραπετεύουν.

Όταν ο ήλιος ξεπρόβαλε πλέον για τα καλά, ρώτησαν την αδερφή μου πως θα ονομάσει το νεογέννητο. Ήταν η πρώτη φορά που μίλησε από τότε που συνέβησαν όλα αυτά τα τρομαχτικά πράγματα.
«Το όνομα του είναι «Gye Nyame», που σημαίνει «δεν φοβάμαι κανέναν, εκτός από τον θεό.»

Έτσι γιορτάσαμε τα Χριστούγεννα εκείνο το βράδυ. Πράγματι τα Χριστούγεννα ήρθαν εκείνο το βράδυ, αλλά όχι με τα αυτοκίνητα και τους ταξιδιώτες. Ήρθαν με τη γέννηση του ανηψιού μου, τη στιγμή που εμείς υποφέραμε.

Είδαμε στα μάτια του την ελπίδα. Η γέννησή του αποδείκνυε πως τα άσχημα πράγματα μπορούν να μετατραπούν σε ελπίδα. Ελπίδα που βρίσκουμε πάντα και στη γέννηση του μικρού Ιησού.

Συνέβη ένα θαύμα εκείνη τη νύχτα,  τη νύχτα πριν από τα Χριστούγεννα και από τότε ήξερα ότι δεν είμαστε μόνοι. Ήξερα ότι υπάρχει η ελπίδα και κατάλαβα πως τα Χριστούγεννα έρχονται τελικά παρ ‘όλες τις συνθήκες. Τα Χριστούγεννα βρίσκονται μέσα σε όλους μας. Τα Χριστούγεννα ήρθαν ακόμα και στο χωριό μας εκείνο το βράδυ..

P. E. Adotey Addo

Μοιραστείτε το:

Comments