Είναι περισσότερο κι από βέβαιο: δε νιώθω την απουσία σου.
Πέρασα όλο το απόγευμα βάζοντας τάξη στα χαρτιά σου,
διαβάζοντας τα πέντε γράμματα που μου έστειλες
την εβδομάδα που χάσαμε: εσύ στο Alentejo,
κι εγώ κάτω από το νερό. Μετά, πότισα τα τριαντάφυλλα
που άφησες στον κήπο. Πάντα μόνη και χωρίς
να κλαψουρίζω για την κατάστασή μου (γιατί δε σε έχω ανάγκη),
έβαλα το δίσκο της Chavela που μου έδωσες τα Χριστούγεννα
κι άρχισα να ετοιμάζω το φαγητό της αρεσκείας σου.
Μαγειρεύοντας χάνω την όρεξή μου, γι’ αυτό
άνοιξα ένα μπουκάλι κόκκινο κρασί και δε μου στοιχίζει
να σου εξομολογηθώ ότι δε νιώθω την απουσία σου.
Κατά τις δέκα, υποχρεώθηκα να αρνηθώ
δύο προσκλήσεις για έξοδο (επικαλέστηκα ανδροφοβία).
Κι αυτή τη στιγμή κόβω το πρόσωπό σου
(δε μου λείπεις) από τη φωτογραφία
που είμαστε οι δυο μας και που φύλαγα.
Είναι ένας τρόπος να τιμωρήσω στο χαρτί
την ανίκανη ηλίθια που σ’ άφησε να φύγεις.

José Miguel Silva
(Ανθολογία Πορτογαλικής Ποίησης)

Μοιραστείτε το:

Comments