η θανατοςΌταν τελείωσε, τα χέρια της δεν ήταν πια παγωμένα, τα δικά του έκαιγαν, γι’ αυτό και χέρια παραδόθηκαν σε χέρια και δεν παραξενεύτηκαν. Ήταν περασμένη μία το πρωί όταν ο βιολοντσελίστας ρώτησε, Θέλετε να καλέσω ένα ταξί να σας πάει στο ξενοδοχείο, κι η γυναίκα απάντησε, Όχι, θα μείνω μαζί σου, και πρόσφερε τα χείλη της. Μπήκαν στο δωμάτιο, γδύθηκαν, και ό,τι ήταν γραφτό να συμβεί επιτέλους συνέβη, και ξανά, κι άλλη μια. Εκείνος κοιμήθηκε, εκείνη όχι. Τότε εκείνη, η θάνατος, σηκώθηκε, άνοιξε τη τσάντα που είχε αφήσει στο άλλο δωμάτιο και έβγαλε τη μοβ επιστολή. Κοίταξε τριγύρω σαν να έψαχνε ένα σημείο όπου θα μπορούσε να την αφήσει, πάνω στο πιάνο, ανάμεσα στις χορδές του βιολοντσέλου, ή ίσως στην κρεβατοκάμαρα, κάτω από το μαξιλάρι όπου αναπαυόταν το κεφάλι του άντρα. Δεν το έκανε. Πήγε στην κουζίνα, άναψε ένα σπίρτο, ένα ταπεινό σπίρτο, εκείνη που θα μπορούσε να διαλύσει το χαρτί με μια ματιά, να το μεταμορφώσει σε άπιαστη σκόνη, εκείνη που θα μπορούσε να του βάλει φωτιά και μόνο με το άγγιγμα των δαχτύλων της, κι ήταν ένα σπίρτο απλό, ένα κοινό σπίρτο, ένα καθημερινό σπίρτο, που έκαψε την επιστολή της θανάτου, αυτή που μόνο η θάνατος μπορούσε να καταστρέψει. Δεν έμειναν στάχτες.
Η θάνατος επέστρεψε στο κρεβάτι, αγκάλιασε τον άντρα και, χωρίς να καταλάβει τι συνέβαινε, αυτή που ποτέ δεν κοιμόταν, αισθάνθηκε τον ύπνο να της κλείνει απαλά τα βλέφαρα.
Την επόμενη μέρα δεν πέθανε κανείς.

Ζοζέ Σαραμάγκου-Περί θανάτου
μετ. Αθ. Ψύλλια
εκδ. Καστανιώτη

(Ο θάνατος, όταν αποφασίζει να ντυθεί τις σάρκες του και να μην είναι πια ο σκελετός με το σάβανο που αποφασίζει, χωρίς αφέντη και προϊστάμενο, για τις ζωές των ανθρώπων σε μια χώρα, είναι γυναίκα, πανέμορφη, γύρω στα τριάντα έξι. Ο θάνατος, η θάνατος μάλλον, είναι περιφερειακή, απασχολείται σε μια χώρα μόνο και η δικαιοδοσία της αφορά μόνο το ανθρώπινο είδος, δεν έχει καμία εξουσία στα ζώα ή τα φυτά. Εξού και υπογράφει τις επιστολές της ως «θάνατος», με πεζό το πρώτο γράμμα, από σεβασμό προς τον Θάνατο με κεφαλαίο, που είναι η απόλυτη καταστροφή κάθε ζωής, του σύμπαντος. Η θάνατος, λοιπόν, ενός βασιλείου αποφασίζει κάποια στιγμή να αναστείλει τις δραστηριότητές της. Την πρώτη μέρα του νέου χρόνου, στο βασίλειο αυτό, οι άνθρωποι σταματούν να πεθαίνουν. Ολοι συνεχίζουν να ζουν σε όσο άσχημη κατάσταση και αν βρίσκονται, νεκροί-ζωντανοί, και κανείς δεν μπορεί, για κανένα λόγο, να πεθάνει. Η χώρα βυθίζεται σε ένα χάος χωρίς προηγούμενο. Τα νοσοκομεία, τα γηροκομεία, οι ασφαλιστικές εταιρείες, τα γραφεία τελετών, μεταξύ άλλων, βρίσκονται σε αδιέξοδο.)

Διαβάστε επίσης:

Μοιραστείτε το:

Comments