Κάποιος είχε μία γυναίκα που ήταν σαν την θάλασσα!
Η θάλασσα αλλάζει με κάθε φύσημα τ’ανέμου, αλλά ούτε μεγαλώνει ούτε μικραίνει, ούτε αλλάζει χρώμα ή γεύση. Και δεν μαλακώνει, ούτε σκληραίνει. Όταν σταματήσει να φυσάει ο άνεμος, ξεναημερεύει και δεν έχει γίνει διαφορετική.
Κι ο άντρας έπρεπε να πάει ταξίδι!

Όταν ήταν να ξεκινήσει, έδωσε στην γυναίκα ότι είχε και δεν είχε, το σπίτι του και το εργαστήρι του και τον κήπο γύρω από το σπίτι του και όσα χρήματα είχε κερδίσει.
«Όλα αυτά είναι δικά μου, αλλά ανήκουν και σ’εσένα. Να τα προσέξεις καλά»
Τότε αυτή κρεμάστηκε απ’τον λαιμό του κι έκλαψε και του είπε: «Πως θα τα βγάλω πέρα; Αφού είμαι χαζή.»
Αλλά αυτός την κοίταξε καλά και είπε: «Αν μ’αγαπάς, θα τα καταφέρεις». Και στην συνέχεια την αποχαιρέτισε.
Τώρα που η γυναίκα έμεινε πίσω μοναχή, άρχισε να φοβάται πολύ για όλα όσα βρέθηκαν μεσα στ’αδύναμα χέρια της, κατατρομοκρατήθηκε. Γι’αυτό και στράφηκε στον αδερφό της, έναν παλιάνθρωπο- κι αυτός την γέλασε!

Ετσι, η περιουσία της όλο και λιγόστευε. Όταν το πήρε είδηση, την έπιασε μαύρη απελπισία και αποφάσισε να σταματήσει να τρώει, για να μην λιγοστέψει κι’άλλο. Και τις νύχτες έμενε άγρυπνη. Έτσι αρρώστησε!
Και κειτόταν τώρα στο δωμάτιο της και δεν μπορούσε πια να φροντίζει το σπίτι. Κι αυτό άρχισε να ρημάζει, κι ο αδερφός της βρήκε την ευκαιρία και πούλησε τον κήπο και το εργαστήρι χωρίς να το πει στην γυναίκα.

Η γυναίκα έμενε ξαπλωμένη πάνω στα μαξιλάρια της χωρίς να λέει κουβέντα και σκεφτόταν: Αν δεν λέω κουβέντα, δεν υπάρχει περίπτωση να πω καμιά χαζομάρα, κι αν δεν τρώω, η περιουσία θα σταματήσει να λιγοστεύει!
Κι έτσι ήρθαν τα πράγματα, που μια μέρα το σπίτι έπρεπε να βγει σε πλειστηριασμό. Ήρθαν γι’αυτό πολλοί άνθρωποι απ’όλα τα γύρω μέρη, γιατί ήταν όμορφο σπίτι. Και η γυναίκα κειτόταν στο δωμάτιό της κι άκουγε τους ανθρώπους και το σφυρί που έπεφτε. Κι οι άνθρωποι γελούσαν κι έλεγαν: «Η βροχή περνάει μέσα απ’τη στέγη κι οι τοίχοι είν’έτοιμοι να πέσουν». Και τότε αισθάνθηκε μεγάλη αδυναμία κι αποκοιμήθηκε!

Όταν ξύπνησε πάλι, κειτόταν σ’ένα ξύλινο δωμάτιο πάνω σ’ένα σκληρό κρεβάτι. Δεν υπήρχε παρά ένα όλο κι όλο παραθυράκι κι αυτό σε μεγάλο ύψος, κι ο κρύος αέρας διαπερνούσε τα πάντα. Και μπήκε μέσα μια γριά και της ρίχτηκε κακιασμένα και της είπε οτι το σπίτι πουλήθηκε, αλλά τα χρέη της δεν καλύφθηκαν ακόμα όλα κι ότι θα της έδινε ένα κομμάτι ψωμί από λύπηση, αν και ο άντρας της ήταν αυτός που άξιζε την λύπηση. Γιατί τώρα πια δεν του’χε απομείνει τίποτα.
Μόλις τ’άκουσε αυτά η γυναίκα, τα’χασε και το μυαλό της πειράχτηκε λιγάκι και σηκώθηκε απ’το κρεβάτι. Κι απ’αυτή την ημέρα άρχισε να δουλεύει στο σπίτι και στα χωράφια. Και τριγυρνούσε με παλιόρουχα και δεν έτρωγε σχεδόν τίποτα και βέβαια ούτε κέρδιζε τίποτα, γιατί δεν απαιτούσε. Και κάποτε άκουσε ότι ο άντρας της γύρισε!

Την έπιασε μεγάλος φόβος. Μπήκε τρέχοντας στο σπίτι και χτένισε τα μαλλιά της κι έψαξε να βρει μια καθαρή πουκαμίσα, αλλά δεν υπήρχε καμία. Κι έβαλε τα χέρια πάνω από τα στήθη της για να τα κρύψει κι ήταν εντελώς μαραμένα. Και ξεχύθηκε έξω από ένα πίσω πορτάκι τρέχοντας στα τυφλά.
Αφού,λοιπόν, έτρεξε κάμποση ώρα, έκανε τη σκέψη ότι ήταν ο άντρας της. Είχαν ενώσει τη ζωή τους και τώρα αυτή τον εγκατέλειψε. Κι αμέσως έκανε στροφή κι έτρεξε πίσω, χωρίς να σκέφτεται πια το σπίτι και το εργαστήρι και την πουκαμίσα. Και τον είδε από μακρυά κι έτρεξε καταπάνω του και κρεμάστηκε στο λαιμό του.

Ο άντρας όμως στεκόταν καταμεσίς στο δρόμο κι οι άνθρωποι τον κορόϊδευαν απ’τα κατώφλια των σπιτιών τους. Κι ήταν πολύ θυμωμένος. Είχε όμως τη γυναίκα κρεμασμένη πάνω του, κι αυτή δεν απομάκρυνε πόντο το κεφάλι απ’τον λαιμό του ούτε τα χέρια της από τον σβέρκο του. Και την ένοιωθε να τρέμει και νόμιζε πως είναι από τον φόβο της που τα’χασε όλα. Αλλά τελικά σήκωσε το πρόσωπό της και τον κοίταξε και είδε ότι δεν ήταν από τον φόβο της αλλά απ’την χαρά της. Χαιρόταν τόσο πολύ, που έτρεμε. Τότε ξαναβρήκε κάπως τον εαυτό του και τρέκλισε κι αυτός και την αγκάλιασε κι αισθάνθηκε έντονα το πόσο είχε αδυνατίσει στούς ώμους και την φίλησε στο στόμα.

Bertolt Brecht

Διαβάστε επίσης:

Μοιραστείτε το:

Comments