Τη μέρα που επρόκειτο να τον σκοτώσουν, ο Σαντιάγο Νασάρ σηκώθηκε στις πεντέμιση το πρωί για να περιμένει το πλοίο που θα ‘φερνε τον επίσκοπο. Είχε ονειρευτεί πως διέσχιζε ένα δάσος από φραγκοσυκιές, όπου ψιλόβρεχε και, για μια στιγμή, ήταν ευτυχισμένος μες στ’ όνειρό του. Μα όταν ξύπνησε, αισθάνθηκε πιτσιλισμένος απ’ την κορφή ως τα νύχια με κουτσουλιές.

“Ονειρευόταν πάντοτε δέντρα”, μου είπε η Πλάσιδα Λινέρο, η μάνα του, αναπολώντας είκοσι εφτά χρόνια αργότερα τις λεπτομέρειες αυτής της μοιραίας Δευτέρας. “Μια βδομάδα νωρίτερα, είχε ονειρευτεί πως ταξίδευε μόνος του σ’ ένα αεροπλάνο από χρυσόχαρτο και πετούσε δίχως να συγκρούεται ανάμεσα στις αμυγδαλιές”, μου είπε.

Η Πλάσιδα Λινέρο ήταν φημισμένη -και με το δίκιο της- για τη σίγουρη ερμηνεία των ονείρων των άλλων, φτάνει να της τα είχαν διηγηθεί νηστικοί. Δεν είχε όμως επισημάνει κανέναν κακό οιωνό στα δυο όνειρα του γιου της, ούτε και στ’ άλλα όνειρα με δέντρα της διηγιόταν κάθε πρωί, τις μέρες που προηγήθηκαν του θανάτου του.

Ούτε κι ο Σαντιάγο Νασάρ κατάλαβε το προμήνυμα. Είχε κοιμηθεί κάπως άσχημα, χωρίς να ξεντυθεί, κι είχε ξυπνήσει με βαρύ κεφάλι και μια γεύση χαλκού στο στόμα. Το απέδωσε στις καταχρήσεις που είχε κάνει στο γαμήλιο γλέντι που κράτησε ως τα χαράματα.

Οι άνθρωποι που συνάντησε απ’ τη στιγμή που βγήκε απ’ το σπίτι του, στις έξι και πέντε, ως τη στιγμή που τον έσφαξαν σαν αρνί, μια ώρα αργότερα, τον θυμούνται νυσταγμένο, μα καλοδιάθετο και σ’ όλους έλεγε, έτσι, για να γίνεται κουβέντα, πως ήταν μια πολύ ωραία μέρα.

Κανείς δεν ήταν σίγουρος αν εννοούσε τις καιρικές συνθήκες.

Χρονικόν ενός προαναγγελθέντος θανάτου – Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες

Διαβάστε επίσης:

Μοιραστείτε το:

Comments