Η πηγή

Στο δρόμο που πηγαίναμε, μου λέει «Διψώ».
«Κι εγω διψώ!» Και πήραμε το δρόμο μες στα ελάτια.

Να η εκκλησούλα, να η πηγή! Ζωσμένες με κισσό
Δυο πέτρες είναι η πόρτα της, πεντέξη σκαλοπάτια
Φέρνουνε στο νερό βαθιά.

Και κατεβήκαμε κι οι δυό. Κι ήτανε μέσα μιά δροσιά
Κι ήτανε μέσα μια ευωδιά [αράξενη χυμένη
Κι ήτανε σκοτεινά και σιωπηλά
Κι έμπαινε μόνο λίγο φως απ’ τον κισσό δειλά
Κι ήταν σα μιάν εκκλησιά που λειτουργιά προσμένει.

Κι εγώ γονάτισα στην πέτρα τη βρεμένη,
Της πήρα μες στα χέρια το κεφάλι
Και τηνέ φίλησα στο στόμα.

Ποτέ μου καμιάν άλλη
Φορά δεν τηνέ φίλησα, ποτέ μου ακόμα,
Και τώρα – πως! – της πήρα μες στα χέρια το κεφάλι
Και τηνέ φίλησα τρελά.

Γιατί; Γιατί…γιατί ‘ταν όλα σιωπηλ,
Γιατί έμπαινε λιγάκι φως απ’ τον κισσό δειλά,
Γιατί ‘ταν μια ευωδιά παράξενη χυμένη
Και μια πηγή σαν εκκλησιά που λειτουργιά προσμένει.

Θρασύβουλος Σταύρου

Διαβάστε επίσης:

Μοιραστείτε το:

Comments