Μια νεαρή κοπέλα ερωτεύτηκε τον Ήλιο. Κάθε πρωί ξυπνούσε πριν την αυγή και περίμενε να δει τον Ήλιο να ανατέλλει. Καθόταν και θαύμαζε πρώτα το ‘σπασμένο’ μπλε, ύστερα το σκούρο μοβ που άνοιγε σε μενεξεδί και τέλος το πορτοκαλί που έβαφε τον ουρανό, λίγο πριν χαράξει για τα καλά.

Το απόγευμα η λύπη την έπνιγε καθώς έβλεπε τον αγαπημένο της να χάνεται στη γραμμή του ορίζοντα και να δίνει τη θέση του στο σκοτάδι. Καθημερινά τον παρακαλούσε με δάκρυα να κατέβει, έστω για μια στιγμή, για να τον δει από κοντά, να τον αγγίξει, να τον αγκαλιάσει. Ο Ήλιος άκουγε την κοπέλα, γνώριζε όμως ότι το να ικανοποιήσει την επιθυμία της ήταν αδύνατο και θα άλλαζε τη φυσική τάξη των πραγμάτων.

Ώσπου μια μέρα, ανατέλλοντας, άκουσε και πάλι το κορίτσι να τον παρακαλεί να έρθει λίγο, λίγο μόνο πιο κοντά. Τη λυπήθηκε τόσο, που αποφάσισε να χαμηλώσει λίγο. Η κοπέλα τον είδε να έρχεται μια σταλίτσα πιο κοντά και -αγνοώντας την ξαφνική, αποπνικτική ζέστη- σταμάτησε να κλαίει και χαμογέλασε. Το χαμόγελο της ήταν τόσο όμορφο, που ο Ήλιος, χωρίς καλά καλά να το καταλάβει κατέβηκε κι άλλο, κι άλλο…

Οι ακτίνες του καψάλιζαν φυτά και δέντρα, το νερό στις λίμνες και τα ποτάμια εξατμιζόταν, κάποιοι έτρεχαν κι άλλοι ούρλιαζαν απελπισμένοι καθώς ένιωθαν το καυτό αέρα να πνίγει κάθε τι ζωντανό, αλλά η κοπέλα έμεινε και κοιτούσε, υπνωτισμένη. Μακρυά, πολύ μακρυά, εκεί που οι αχτίδες του ήλιου δεν έφταναν πια τα νερά πάγωσαν, η βροχή που έπεφτε γινόταν χιόνι πριν φτάσει στο έδαφος, οι άνθρωποι ένιωσαν να παγώνουν. Η κοπέλα καιγόταν, αλλά δεν το καταλάβαινε. Συνέχιζε να χαμογελάει κοιτώντας τον ήλιο. Ο Ήλιος είδε να την αγκαλιάζουν οι φλόγες, και έντρομος απομακρύνθηκε για να επιστρέψει στην παλιά του θέση. Ολόκληρες χώρες είχαν καψαλιστεί -σήμερα τις λέμε ερήμους- ενώ άλλες είχαν παγώσει. Ο Ήλιος απαρηγόρητος έδυσε γρήγορα εκείνη τη μέρα.

Ήταν όμως πολύ αργά. Η κοπέλα είχε καεί. Στη θέση της είχε φυτρώσει ένα λουλούδι, το ηλιοτρόπιο. Όταν ο Ήλιος ανέτειλε, την επόμενη μέρα -και κάθε μέρα από τότε- το ηλιοτρόπιο γύρισε προς αυτόν και τον ακολούθησε με το βλέμμα ως τη στιγμή που έδυσε.

Διαβάστε επίσης:

Μοιραστείτε το:

Comments