Το ημερολόγιο μιας μητέρας – Σοφία Μαυροειδή – Παπαδάκη

Το σπίτι είναι ανάστατο.
Τα παιδιά ετοιμάζονται για τριήμερη εκδρομή στη Σαλαμίνα.
Όλο το βράδυ χτες έφτιαχναν τα φαγιά, τις βαλίτσες, τα ρούχα τους.
Τώρα δα ξύπνησαν και βιάζονται να προλάβουν.
Θα πάνε με το βαποράκι – και πρέπει να πάρουν το πρωινό.
Αλλιώτικα, θα περιμένουν ως το απόγευμα και θα χά­σουν τη μισή μέρα.
— Γρήγορα, Λίζα, κι άσε τις τουαλέτες! φωνάζει στην αδελφούλα του ο Αντρέας.
Η μητέρα κοιτάζει να δει αν πήραν ό,τι τους χρειαζόταν.
Ά­ξαφνα βλέπει το μπανιερό του Αντρέα.
Αντρέα, παιδί μου, είπε ο γιατρός να μην κάνεις μπάνιο ακόμα, αν δε ζεστάνει καλά ο καιρός.
Τι το θέλεις το μπανιερό;
Δεν μπορώ, μητέρα, θα κάνω, της λέει παραπονιάρικα.
Ε, τότε δεν έχεις να πας πουθενά!
Κι η μητέρα σηκώνει το μπανιερό και το κλείνει στο συρτάρι.
Γυρίζει και το κλειδί και, για να «ναι σίγουρη, το παίρνει μαζί της.
Τα παιδιά συνεχίζουν τις προετοιμασίες.
Μα είναι φανερό πως το πείσμα σκληραίνει το πρόσωπο του Αντρέα κι ανάβει φωτιά στα μάτια του.
Το μπανιερό πρέπει να το πάρει με κάθε θυσία.
Έ­γινε μεγάλο αγόρι πια, δεν μπορεί να του φέρνονται έτσι.
Εξάλ­λου δεν είναι άρρωστος πια και δεν έχει νόημα εκδρομή στη θά­λασσα χωρίς μπάνιο.
Σαν έφευγαν, η μητέρα τους έβγαλε ως την πόρτα, μα γυρίζο­ντας είδε το συρτάρι σπασμένο και το μπανιερό έλειπε.
Ο πατέρας έγινε έξω φρενών.
Η ευθύνη του γονιού φού­ντωσε μέσα του κι η απόφαση πάρθηκε στο λεφτό.
Έτρεξε ως το σταθμό και γύρισε πίσω το γιο του.
– Πάρτε το μπανιερό, αφού επιμένετε, κι αφήστε με να πάω στην εκδρομή μου, είπε κλαίγοντας ο Αντρέας.
Ο πατέρας δεν ήταν θυμωμένος.
Κι αυτό ίσια ίσια ήταν το φο­βερότερο.
Ήταν ψύχραιμος, τρυφερός, μα αμείλικτος, αποφασισμένος.
– Όχι, παιδί μου, δεν μπαίνει πια ζήτημα μπανιερού.
Έσπασες της μητέρας σου το συρτάρι, παραβίασες κάτι που δεν ήταν δικό σου, έκαμες μια κακή πράξη.
Η τιμωρία σου θα ‘ναι να χάσεις την εκδρομή σου.
Έλα στο σπίτι, μαζί μου.
Η Λίζα έβαλε τα κλάματα, ήθελε να γυρίσει με τον Αντρέα, μα ο πατέρας στάθηκε και σ» αυτό αυστηρός.
Η Λίζα θα πάει στην εκδρομή της!
Είναι σύμφωνη κι η μητέρα μου σ’ αυτό; ρώτησε ο Α­ντρέας.
Πήραμε μαζί την απόφαση, αποκρίθηκε ο πατέρας.
Σαν γύρισε σπίτι, ο Αντρέας μπήκε στην κάμαρα του κι έπεσε στο κρεβάτι του.
Η καρδιά της μητέρας σπαραζόταν ακούγοντας τους λυγμούς του.
Μα έπρεπε να την κάμει πέτρα αυτή την καρ­διά.
Καθώς είχε περάσει από μπροστά της, της είχε φωνάξει:
Μας λένε λοιπόν ψέματα στο σχολείο πως οι γονείς αγα­πούν τα παιδιά τους;
Πήγε στην πόρτα, φώναξε τον Αντρέα, μα δεν της δόθηκε απάντηση άλλη από τους λυγμούς του.
Όταν κουράστηκε πια να κλαίει, ο Αντρέας ανάδευε με πικρία τις σκέψεις του.
Τα παιδιά θ’ αρμένιζαν τώρα για το νησί, τραγουδώντας.
Η Λίζα θα ‘χει ξεχάσει τη λύπη της και θα γελά με τις άλλες κοπέλες.
Δε θα το συγχωρήσει ποτέ αυτό στους γο­νείς του.
Εγωιστές!
Έπρεπε να περάσει το δικό τους, κι ας σπα­ραζόταν ο γιος τους…
Δεν τον πονούσαν, δεν τον αγάπησαν, δεν τον πόνεσαν ίσως ποτέ!
Κι ήταν κι η μητέρα σύμφωνη, η μητέρα!
Άπλωσε το χέρι και πήρε το δεμένο τετράδιο που του ‘χε χαρίσει.
– Αυτό είναι το ημερολόγιο μου, Αντρέα, του είχε πει.
Έγραφα εδώ τα αισθήματα μου, καθώς σε μεγάλωνα φύλαξε το, παιδί μου, κι αν κάποτε αμφιβάλλεις για την αγάπη μας, διάβασε το.
Εκεί θα δεις τι χαρές και τι πόνους μας έχεις δώσει.
Μηχανικά γύρισε το πρώτο φύλλο: «Το ημερολόγιο μιας μητέρας».
Άρχισε να διαβάζει τις πρώτες σελίδες:

«…Χτες βράδυ, στις εννιάμισι, ήρθες στον κόσμο, αγόρι μου!
Δυο μέρες και δυο νύχτες σε καρτερούσα μέσα στους μεγαλύτερους πόνους
και στην πιο φοβερή αγωνία.
Δε μ’ ένοιαζε πως πο­νούσα, πώς σπάραζα – φοβόμουν για τη ζωή σου.
Ύστερα από κάθε φριχτό πόνο ρωτούσα ανήσυχη το γιατρό, που παρακολου­θούσε με το ακουστικό τους σφυγμούς σου:
Πώς είναι, γιατρέ μου, είναι καλά;
Μη νοιάζεσαι, μου ‘πε, είναι ένας γερός παίδαρος, φόβο δεν έχει.
Και δεχόμουν με καρτερία τον άλλο πόνο που άρχιζε.
Ήταν μια δύσκολη περίπτωση κι έπρεπε να γίνει επέμβαση.
– Κάμετε με κομμάτια! φώναξα, μα θέλω γερό το παιδί μου!

…Τρεις μήνες κι έντεκα μέρες έχουν περάσει.
Είσαι ένα γερό αγόρι στο πράσινο καροτσάκι σου, μέσα στον κήπο.
Κλοτσάς αδιάκοπα τα σκεπάσματα και τινάζεις ψηλά τα ροδαλά ποδαράκια σου – μια κίνηση όλος από την κορφή ως τα νύχια.
Γλυκό μου παιδάκι, είσαι ωραίο σαν όλα τα παιδιά στης μανούλας τα μάτια.
Δε θέλω να γελαστώ σαν ανόητη και να πιστέψω πως είσαι το όγδοο θαύμα του κόσμου, γιατί αυτό δεν είναι μόνο δικό σου προνόμιο.
Μα πώς μπορώ να μη χαρώ τα δυο φωτεινά μάτια, που πήρες από τον πατέρα σου και που καθρεφτίζουν από τώρα μια τρυφερή υχή;
Πώς να μην το προσέξω το ζαχαρένιο χαμόγελο σου, που κλείνει για μένα όλο το φως κι όλη τη γαλήνη της άνοιξης;

… Πέρασαν είκοσι μέρες που υποφέρεις από εντερικά.
Το προ­σωπάκι σου μίκρυνε, τα ποδαράκια σου γίναν κλωστές.
Κοντεύεις ενός χρόνου κι είσαι μόνο οκτώ κιλά.
Ο πατέρας σου πήγε απελ­πισμένος σήμερα στο γιατρό:
– Απ’ αυτά τα οκτώ κιλά κρεμόμαστε όλοι στο σπίτι, γιατρέ μου…
Μας έχει τρελάνει η σκέψη πως μπορεί να σε χάσουμε.
Επιτέλους το αίμα σταμάτησε.
Αρχίζεις να δυναμώνεις.
Το κέφι σου ξανάρχεται λίγο λίγο.
«Μαμεμέλα!» φωνάζεις κάθε πρωί κι όταν σε κοιτώ τρυφερά και σου λέω «γιόκα μου!», προσπαθείς να με μιμηθείς: « Όκα μου!» λες, αι δείχνεις με καμάρι την κοιλιά σου.
Ας ήτανε να φυλάξω κάθε σου λέξη, κάθε φρασούλα σου!
Κι όχι έτσι ξερά, όπως την παίρνουν τ’ αυτιά, μα με τη δροσιά της και τη χάρη της, όπως την προφέρουν τα χείλη σου.
Να ‘ταν να ‘κλεινα σ’ εκείνη τη λέξη «μανάνα!», που λες, το στρογγυλό κατακόκκινο και σγουρό στοματάκι σου!
Να σε παρακολουθώ στην εξέλιξη σου.
Και να ‘ναι κανονική κι ανεμπόδιστη.
Τι αποπλήρωση! Δε χρειάζομαι τίποτ’ άλλο.
Κι είσαι ένα τόσο δα πλασματάκι, που αντέχουν δυο χέρια να το γυρίζουν σ’ όλες τις κάμαρες του σπιτιού από το πρωί ως το βράδυ…»
Κάτι σαν κόμπος ανέβαινε στο λαιμό του Αντρέα.
Πόσες δικές τους, καταδίκες τους στιγμές, που αυτός δεν τις ήξερε, αν και τις είχε ζήσει και τις είχε πληρώσει τόσο ακριβά η μητέρα.
Κι όμως η ίδια αυτή τον τιμωρούσε τόσο σκληρά σήμερα.
Ίσως γιατί δεν ήτανε πια στα χεριά της το ανυπεράσπιστο εκείνο μωρό που της άλλαξε τη ζωή.
Γιατί να μεγαλώσει λοιπόν, σαν ήταν να μην τον αγαπούν πια οι γονείς του;
Γιατί να μην είναι ακόμα «οκτώ κιλά», αδυνατισμένος από τα εντερικά, να τον πηγαινοφέρνει η μητέρα στην αγκαλιά της από τη μια κάμαρα ως την άλλη, για να τον πά­ρει ο ύπνος;
Είδε τους φίλους του και τη Λίζα στο γαλανό ακρογιάλι της Σαλαμίνας.
Θα κολυμπούσαν, θα πήγαιναν με τη βάρκα, θα ξάπλω­ναν στη ζεστή άμμο.
Κι αυτός ήταν πεσμένος σ’ ένα κρεβάτι και τρανταζόταν από τους λυγμούς…
Όχι, δεν μπορεί να τον αγα­πούσε πια η μητέρα!
Πεισματωμένος, γύρισε τα φύλλα και διά­βασε προς το τέλος:

«…Είσαι έξι χρονών αγοράκι, Αντρέα μου!
Πόσες φουρτούνες περάσαμε…
Παιδί μιας τρικυμισμένης εποχής, μεγαλώνεις μέσα στη σκλαβιά και στην αγωνία.
Τ’ άγρια στοιχειά του βορρά κατέβηκαν να πνίξουν τον τόπο μας.
Χειμώνας και να ‘σαι υποχρεω­μένο να κατεβαίνεις μαζί μας, να ξενυχτάς στο υγρό υπόγειο, ξυπνημένο από τη σειρήνα στο ζεστό σου κρεβάτι.
Την τρέμεις και τη μισείς τόσο αυτή τη στριγγλή φωνή, που, όταν την ακούς, χώ­νεις τα δάχτυλα σου στ’ αυτάκια σου, ώσπου να τελειώσει το φο­βερό μήνυμα της.
Και με τι χαρά την ακούς τη δεύτερη φορά!
«Λήξη, μανούλα, λήξη!» και τρέχεις και ξαναπέφτεις στο κρεβα­τάκι σου.
Πεινάμε.
Ο πατέρας έχασε δέκα κιλά και τρέμω μην πάθει…
Για σένα πασκίζουμε, να μη στερηθείς τίποτα.
Σου φυ­λάμε τη ζάχαρη, το ρυζάκι και πού και πού σου αγοράζουμε και κανένα αυγό.
Μα, αχ! ο καημός μου, κείνα τα ποδαράκια που δε χοντραίνουν, κείνα τα μάγουλα που δεν κοκκινίζουν…
Θα σε σώσω απ’ όλην αυτή τη θύελλα, Αντρεάκη;
Θα σε ιδώ με τη σημαιούλα στο χέρι, μαζί με τ’ άλλα παιδάκια της γειτονιάς, να γιορ­τάζεις τη νίκη της ειρήνης;

…Χτες είχες τα γενέθλια σου.
Φτιάσαμε ένα κεκ με σταφίδες.
«Να δεις το γιο σου, όπως επιθυμείς!» μου ευχήθηκαν.
Δεν επιθυμώ τίποτα άλλο, μόνο να μεγαλώσει, να δω το χεράκι του να διπλώνει κοντά στα δάχτυλα.
Εύχομαι σαν θα νιώσεις τον κόσμο, αγόρι μου, να μη γνωρίσεις αυτό το τέρας που λέγεται Πόλεμος και που φαρμακώνει τώρα την παιδική σου ηλικία με φρίκη και με την πείνα.

…Θέλεις και το τελευταίο αγαπημένο σου παιχνίδι;
Είναι να κάνετε το βαπόρι με τον πατέρα.
Εκείνος πέφτει στο κρεβάτι ανά­σκελα, εσύ σκαρφαλώνεις και κάθεσαι στην κοιλιά του και δίνο­ντας του τη ροκάνα του λες:
– Κάνε μου το βαπόρι, πατέρα!
Κι αρχίζει η ιστορία!
Η ροκάνα γίνεται προπέλα που γυρίζει, κι ο πατέρας καπετάνιος που δίνει τα παραγγέλματα πότε πότε τα ξαναλές κι εσύ, σαν ναυτάκι:
– Μόλα κάβο! Πρόσω αργά! Πρόσω ολοταχώς!
Και να, σηκώνουν την άγκυρα, γκρρρ-ντακ!, και κινά το βαπόρι και πάει, πάει, πάει και συναντά ένα άλλο καράβι στη μέση της θάλασσας και το χαιρετάει, βου ου ου!, και κάνει και τ’ άλλο από μακριά, βου ου ου!, υπόκωφα και σβησμένα.
Κι ενώ εξακολουθεί το ταξίδι, συμβαίνουνε μύρια όσα.
Καθετί γίνεται ήχος και κά­νει τα φωτεινά ματάκια σου να στρογγυλεύουν.
Γίνεται τρικυμία, τα κύματα σπάζουν στα πλευρά του πλοίου, τα σκοινιά τρίζουν, σφυρίζουν πανιά κι αντένες, και γύρω τριγύρω αντιβουίζει ο κό­σμος.
Ύστερα γίνεται γαλήνη κι ακούγεται μόνο ο ήχος της μηχα­νής, χλάπα χλοπ, χλάπα χλοπ.
Κάποτε το θυμάται ο καπετάνιος πως είναι πόλεμος κι ένα αεροπλάνο στριφογυρίζει πάνω από το καράβι, βζννν!, κι αρχίζουν τα αντιαεροπορικά, νταν! ντα! νταν!, κι επιτέλους η βόμβα σκεπάζει με το δαιμονισμένο της «κλιάου!» όλους τους ήχους.
Μα το καράβι του καπετάνιου ποτέ δεν παθαί­νει τίποτε κι όλο προχωρεί, χλάπα χλοπ!, και φτάνει στην Κρήτη.
Όλος ο κόσμος έχει να κάμει με το χαριτωμένο αυτό παιδάκι, που πήγε πρώτη φορά στο χωριό της μανούλας, κι όλοι το κερνούν λουκούμια και λιχουδιές.
Κι ο πατέρας καθίζει κι εκείνος να ξεκουραστεί.
Μα το ναυτάκι, σκαρφαλωμένο πάνω στο στομάχι, του φωνάζει «πάλι!».
Και το πλοίο ξαναρχίζει την ίδια πορεία…
Ο Αντρέας κλείνει το τετράδιο μ’ ένα χαμόγελο.
Η θλίψη, κείνη η αφόρητη θλίψη, έχει λουφάξει…
Ξαναζεί τις παιδιάτικες τρέλες του με χαρούμενη σκέψη κι η καρδιά του είναι γεμάτη αγάπη και τρυφερότητα.
Η πόρτα ανοίγει.
Η μητέρα, νομίζοντας πως κοιμάται, πηγαίνει κοντά του, σκύβει και τον φιλά.
Ο Αντρέας ανοίγει τα μάτια.

– Άκουσε, Αντρέα! του λέει η μητέρα.
Το μεσημέρι θα φύγουν δύο άλλα παιδιά για τη Σαλαμίνα.
Ο πατέρας πήγε και τους είπε να περάσουν να σε πάρουν.
Έλα, καλό μου, και μην πικράνεις ποτέ πια τη μητέρα και τον πατέρα.
Πονέσαμε πιο πολύ εμείς που σε τιμωρήσαμε.
Μα ελπίζω να το κατάλαβες πως έπρεπε, Αντρεάκη.
Ένας λυγμός γίνεται φιλί και δυο μπράτσα σφίγγουν το λαιμό της μητέρας.
Δεν είναι λοιπόν ψέμα αυτό που μας λένε στο σχολείο, πως οι γονείς αγαπούν τα παιδιά τους!

 

Μοιραστείτε το:

Comments