… Και του Μπάστιαν Μπάλταζαρ Μπουξ το πάθος ήταν τα βιβλία.

Όποιος δεν ξενύχτησε με κοκκινισμένα αυτιά κι ανάκατα μαλλιά, πεσμένος με τα μούτρα σ’ ένα βιβλίο και δε διάβασε ξεχνώντας τον κόσμο γύρω του και μη νιώθοντας την πείνα και το κρύο-
Όποιος δεν έχει διαβάσει κρυφά με το φως του κλεφτοφάναρου κάτω από τα σκεπάσματά του, επειδή ο πατέρας ή η μητέρα του του ‘σβηνε το φως, με την αιτιολογία ότι είναι ώρα για ύπνο και ότι το πρωί πρέπει να σηκωθεί νωρίς-
Όποιος δεν έχει χύσει δάκρυα πικρά, ούτε φανερά ούτε κρυφά, επειδή η θαυμαστή ιστορία του τέλειωσε κι ήρθε η ώρα ν’ αποχωριστεί τα πρόσωπα που μαζί τους έζησε τόσες περιπέτειες, που τα’ αγάπησε και τα θαύμασε, πρόσωπα που γι’ αυτά ανησύχησε και έθρεψε ελπίδες και τώρα, χωρίς τη συντροφιά τους, η ζωή φαίνεται αδειανή και χωρίς νόημα-
Όποιος δε γνώρισε τίποτε απ’ αυτά από προσωπική του πείρα, ε….., αυτός είναι πολύ πιθανό να μην κατανοήσει αυτό που έκανε ο Μπάστιαν.
Τα μάτια του παιδιού καρφώθηκαν μαγνητισμένα στον τίτλο του βιβλίου. Αυτό ήταν το βιβλίο που τόσες φορές είχε ονειρευτεί και που είχε λαχταρήσει με πάθος: Μια ιστορία που να μην τελειώνει ποτέ! Αυτό ήταν το βιβλίο των βιβλίων.

Έπρεπε να το αποχτήσει οσοδήποτε και να του κόστιζε. …
Τώρα το ένιωθε καθαρά ότι στο μαγαζί είχε έρθει μόνο και μόνο γι’ αυτό το βιβλίο. Του είχαν στείλει οι σελίδες του κάποιο μυστικό κάλεσμα. Γιατί και το βιβλίο ήθελε να πάει σ’ αυτόν. Και μπορεί να πει κανείς πως στην πραγματικότητα ήταν πάντοτε δικό του.
Τότε χωρίς κι ο ίδιος να το καλοκαταλάβει, έπιασε ξαφνικά το βιβλίο και γρήγορα γρήγορα το ΄κρύψε κάτω από το παλτό του…..

Απόσπασμα από το βιβλίο του Μιχαέλ Έντε «Ιστορία χωρίς τέλος»

Διαβάστε επίσης:

Μοιραστείτε το:

Comments