Ώσπου ένα πρωί ξυπνάς με την πεποίθηση ότι μες στον ύπνο σου βρήκες επιτέλους τον αληθινό προορισμό σου —
ντύθηκα βιαστικά κι αποχαιρέτησα τους δικούς μου παίζοντας μια υπέροχη μελωδία πάνω στα κάγκελα του κρεβατιού, ώ, μη γελάτε γιατί τα πράγματα έχουν δυο όψεις κι εγώ προτιμώ την πιο συναρπαστική — και αδιάκοπα αυτή η αίσθηση ότι δεν μπορέσαμε να ζήσουμε ποτε την αληθινή μας ζωή κι έμεινε για πάντα εκεί στα σκοτεινά
(γι’ αυτό τα βράδια σωπαίνουμε κι αφουγκραζόμαστε το σκοτάδι)
— ώ μελαγχολία του απείρου ας σηκώσουμε το ποτήρι μας κι ας πιούμε εις υγείαν της συμπόνιας, γιατί δε θα γνωρίσει ποτέ ο ένας τον άλλον σαν τη μητέρα το ίδιο βράδυ που πέθανε ο πατέρας πήρε απ’ το συρτάρι κάτι κοριτσίστικες κορδέλες και τις έδεσε στα μαλλιά της για να δείξει ότι ο κόσμος δε χάθηκε ακόμα κι ότι ίσως έχουμε καιρό.

Άλλα ας αφήσουμε τις ελπίδες μας γι’ αύριο κι ας κοιτάξουμε πίσω απ’ τον καναπέ, εκεί που συμβαίνουν τα μεγάλα γεγονότα όπως τα πρώτα μας δάκρυα — κι αργότερα έπρεπε να υποφέρω για να κρύβω τη μεγάλη αποστολή μου ώσπου στο τέλος αγάπησα κι αυτό το ωραίο δέντρο στον κήπο έτσι δεν ξέχασα ποτέ πως κάποιος πολύ σοβαρός λόγος με είχε φέρει στη γη ενώ στο βάθος κάθε νύχτας μου υπάρχει ένα μυστικό που φοβάμαι να το ανακαλύψω. Υπερβολές, θα πείτε.

Όμως γι’ αυτό θα ‘χουμε ιστορίες για όλο το χειμώνα.
Κανείς δε μιλούσε στη μεγάλη σάλα. Είχαμε μαζευτεί λίγοι παλιοί φίλοι.
Άξαφνα η πόρτα άνοιξε και κάποιος μπήκε. «Είμαι ο Νικόδημος, είπε. Έρχομαι απ’ το Ευαγγέλιο. Σύντομα θα με χρειαστείτε.» Και τότε για πρώτη φορά ένιωσα ένοχος σα να ‘ταν δικό μου σφάλμα η θνητότητα μας. Και μην ξέροντας τι να πω, έκανα πως κοιτάζω τους τοίχους με τις πεθαμένες μύγες του φθινοπώρου σαν τις σελίδες που διαβάζουμε τα σκοτεινά ρήματα τού Θεού…

Θυμάμαι ένα βράδυ, χιόνιζε, περπατούσα με σηκωμένους γιακάδες στην ερημωμένη πόλη, όταν συνάντησα το γερο-Μάρξ, ανέμιζε η βιβλική γενειάδα του «που πάς;» μου λέει, «στο διάβολο» του λέω, «θα ‘ρθω μαζί σου» μου λέει κι ώ νεκροί μου σύντροφοι, που τινάξατε από πάνω σας το χιόνι και φύγατε σε μεγάλους θερισμούς…

Άλλα γιατί τόση θλίψη από πράγματα τόσο αξιαγάπητα κι είναι ακόμα κι εκείνο το αμείλικτο της νεότητας που όλα τ’ αστέρια δεν μπορούν να το εξευμενίσουν είναι κι η ευδαιμονία μιας παιδικής μέρας που έμεινε αμετάδοτη όπως τα πιο ωραία ποιήματα, έτσι, αν και ώριμος άντρας πια, κάθισα μια μέρα στα γόνατα της θείας μου γιατί, καταλαβαίνετε, δεν έζησα έχοντας να οδηγήσω τόσες ταπεινώσεις στον ουρανό, τόσους έρωτες στη μαύρη λήθη, ώ, μη θυμάσαι, μη θυμάσαι — ο κόσμος είναι ένα παιχνίδι κι ας πούμε ότι κέρδισες, τι θα βγει;
Θυμήσου καλύτερα τότε που ήμασταν παιδιά και μας ήταν όλα άγνωστα μα τόσο οικεία, θυμήσου το γλυκύ Σεπτέμβριο με το απόμακρο άρωμα των κήπων ή το αφηρημένο ξεφύλλισμα ενός σχολικού βιβλίου κι όπως βράδιαζε από ένα ανοιχτό παράθυρο ακουγόταν το ραγισμένο τραγούδι μιας γυναίκας που άρχιζε να γερνάει.

Υπάρχει πιο μεγάλη μοναξιά;
Όμως, εγώ ήμουν φιλόδοξος — έτσι κρατούσα πάντα μιαν ομπρελά ή ήμουν έτοιμος να τα ομολογήσω όλα και κάποτε μες στ’ όνειρο ή σε μια έρημη σκάλα θα συναντήσουμε τον κληρονόμο — και ίσως προσπεράσουμε χωρίς να τον αναγνωρίσουμε.

Θυμάσαι αλήθεια τη μέρα που νιώσαμε άξαφνα πως είχαμε αποτύχει στη ζωή μας ίσως και να πεθαίναμε από πόνο, αλλά την ίδια στιγμή απ’ το βάθος κάποιου δρόμου ακούστηκε η ξεχασμένη μελωδία της Ραμόνας σα να μην είχαμε ποτέ μεγαλώσει…

Μα τώρα είναι αργά, κλείσε την πόρτα, οι ξένοι ας μείνουν έξω ήρθε ο καιρός της δοκιμασίας και μ’ αυτά που θα πεις θα σε κατηγορήσουν αύριο άλλωστε το ρολόι του σταθμού χτύπησε τρεις: ώρα του αποχαιρετισμού.
Ποιος έφευγε; Ποιος έμενε;
Και ποιος θ’ αποδώσει δικαιοσύνη;

Άλλα καμιά φορά οι μενεξέδες ενός χαμένου παραδείσου ευωδιάζουν μες στον ύπνο μας κι υστέρα είμαστε άρρωστοι για μέρες — παιδικές αμαρτίες του μεσημεριού που τις εξάγνιζαν οι τρόμοι της νύχτας ή το ανομολόγητο που έδινε κάποτε στις χειρονομίες μας κάτι απ’ το άγνωστο της μεγάλης αδελφής θυελλώδη συμβάντα του δειλινού μέσα στο σπίτι, ενώ έξω απλώς βράδιαζε και μόνο μια θεία, που κούτσαινε λίγο, καταλάβαινε και μου ‘λεγε ψιθυριστά «τι ετοιμάζεις πάλι;», «τίποτα, τίποτα, θεία — μόνο που όλα τελειώνουν τόσο γρήγορα».

Τώρα τα βράδια κάθομαι σε μισοσκότεινα καφενεία και πίνω με πεθαμένους φίλους αλλά κι όταν έφυγα απ’ τα παιδικά μου χρόνια κρατούσα ένα γράμμα που δεν έμαθα ακόμα που πρέπει να το πάω και για κακή μου τύχη οι άνθρωποι που αγάπησα ήταν κι αυτοί θνητοί.

Θυμάμαι τα παλιά προάστια και τα ηλιοτρόπια που σα μικροί αρχάγγελοι παράστεκαν τους κήπους θυμάμαι τις μικρές απόμερες κάμαρες όπου πέθανα για πράγματα που δε θα γνώριζα ποτέ θυμάμαι τις γυναίκες που αποκοιμήθηκα πάνω στο στήθος τους ενώ τα μακρινά σφυρίγματα των τραίνων μ’ έπαιρναν μαζί θυμάμαι τα μεγάλα πλήθη στους δρόμους να τραγουδάνε τη Διεθνή.

Έξαλλου δε ζητήσαμε τη νίκη — μονάχα λίγη μουσική…

Τάσος Λειβαδίτης

Διαβάστε επίσης:

Μοιραστείτε το:

Comments