11038941_417162775119135_2365621916880989152_oΤι είναι αυτό που κάνει τον έρωτα τόσο τρομακτικό και επίφοβο; Το να μην έχεις έλεγχο στον εαυτό σου που υπνωτισμένος τραβάει προς την παράδοσή του σε χέρια αγαπημένου εχθρού;

Γιατί είναι εχθρός ο καθένας που έχεις τόσο απελπισμένα ανάγκη. Γιατί τον φοβάσαι. Γιατί εξαρτάσαι. Γιατί με όπλα τα «σ’ αγαπώ» κρύβεις και κρύβει τα «σε τρώγω» και τα μικρά, κοφτερά μαχαιράκια της πείνας.
Μέχρι πότε; Μέχρι ποιου σημείου; Μέχρι ν’ απομείνουν μαραμένα και ξερά τ’ αποφάγια του. Ποιος θα προλάβει να πρωτοτελειώσει το άλλον είναι ένα μαύρο αίνιγμα μέσα σε μαύρο κουτί που μόνο εκ των υστέρων αποκαλύπτεται. Τότε που είναι δώρο άδωρο η λύση.

Ποτέ σχεδόν δεν χορταίνουν και δεν τελειώνουν ταυτόχρονα οι δυο εραστές. Πάντα ο ένας τους – κατά κάποιο τρόπο – άσπλαχνα θα εγκαταλείψει τον άλλον. Θα εγκαταλείψει και θα φύγει. Και μέσα στο ίδιο σπίτι, και πάνω στο ίδιο κρεβάτι να μείνει, πάλι θα φύγει και εσύ θα το ξέρεις καλά αυτό. Περισσότερο κι απ’ τον φυγάδα θα το ξέρεις.

Δεν υπάρχει έρωτας ατιμώρητος. Ανάλογα το μέγεθός του και η τιμωρία.
Στο τέλος πάντα απομένει ένας προδομένος κι ένας προδότης. Αναζητούν ο ένας τον άλλον όπως η κακία την αρετή, όπως ο διάβολος το λιβάνι και η σφαίρα μια ζεστή, αχνιστή καρδιά. Και το ανάποδο. Σε όλα τα σπίτια, σ’ όλα τα ειδύλλια των δρόμων, σ’ όλα τα κρεβάτια, έτσι γίνεται. Το φιλί της ζωής, το φιλί του Ιούδα…

Η πίκρα του ενός, η θανάσιμη πίκρα του ενός κι η ενόχληση του άλλου. Η βίαιη εκδίκηση η φανερή, κι η αργόσυρτη εκδίκηση η καλά κρυμμένη. Οι απιστίες που θα είναι θυσίες στα πόδια του ισχυρού απατημένου, της αδιάφορης απατημένης. Οι θυσίες χωρίς αποτέλεσμα, χωρίς νόημα εκτός την αυτοκαταστροφή. Οι κακίες που ροκανίζουν την κακιωμένη καρδιά. Η αθωότητα που είναι τώρα πια πανουργία. Οι διαστροφές της επιθυμίας, οι αλυσίδες με τα ψέματα του υπολογισμού και του εξευτελισμού. Οι καταστροφές, η οξύνοια λίγο πριν, μια έκλαμψη, πολύ σκοτάδι. Ο βυθός. Το χάος. Κι ο πόνος εντέλει. Ο ατέλειωτος πόνος που υπόσχεται φωτισμό, κάποια αλγολαγνία ίσως, για παυσίπονο.

Άλλοι θα χωρίσουν κι άλλοι θα παραμείνουν δήθεν μαζί μέσα στα ίδια δωμάτια με τα σάπια αποφάγια. Θα εθιστούν στην απαίσια οσμή. Θα τους ασφαλίζει σαν οικεία αρρώστια αργότερα, σαν αναπηρία με κάποια οφέλη. Θα απονέμουν στον εαυτό τους λίγα παράσημα, όπως μετά από πόλεμο. Παρηγοριά που δεν μπορούν να βαδίσουν. Να μετακινηθούν πιο πέρα.

Θα μιλούν για «ήρεμη αγάπη τώρα πια», για συνενοχή, για καθήκον, για συντροφικότητα. Για τρυφερότητα, για συνήθειες, για συμπόνια. Για δειλίες και ψέματα. Όλα ύβρεις και φτυσιές πάνω στις κλειστές πόρτες του χαμένου παραδείσου. Μαρασμός και γερατιά, μελαγχολία, κατάθλιψη και μάταιες κούρες.

Γιατί η έλλειψη του έρωτα με τίποτα δεν αποξεχνιέται. Με τίποτα δεν παρηγοριέται, δεν αποζημιώνεται. Τίποτα, τίποτα δεν τον αντικαθιστά. Ο έρωτας ανθρώπου προς άνθρωπο, άμα συμβαίνει, αλλά και άμα δε συμβαίνει, δημιουργεί. Η στέρησή του σε κινητοποιεί προς το αδύνατο. Γίνεσαι απίστευτα ευρηματικός, απίστευτα εργατικός για ν’ αποφύγεις μια τέτοια θλίψη. Κάνεις λεφτά, κάνεις πολιτική, κάνεις τέχνη. Έτσι χτίζονται οι πολιτισμοί. Ανάμεσα σ’ έξοχα επιτεύγματα σταματάς αργά και που κατάκοπος, κάθεσαι και ξανανιώθεις πως είσαι διψασμένος ακόμα. Και μάταιος.

Κι ύστερα, γαλήνη δεν είναι ποτέ η ησυχία της ασάλευτης ζωής. Γαλήνη μονάχα είναι η ικανοποίηση, κι όποιοι αληθινά τη γεύτηκαν θυμούνται καλά πως είναι σχεδία πάνω σε θαλασσοταραχή, στις απειλές και στα ναυάγια των βυθών.

Μάρω Βαμβουνάκη
Απόσπασμα από το μυθιστόρημα «Η κραταιά αγάπη»

Διαβάστε επίσης:

Μοιραστείτε το:

Comments