«Μην αγγίζεις !» μου είπε.
«Τι είναι ;», ρώτησα.
«Κόλλα», είπε. «Είδική κόλλα. Απ’τις καλύτερες .»
«Γιατί την αγόρασες ;»
«Τη χρειαζόμουν», είπε. «Πολλά πραγματα εδω γύρω χρειάζονται κόλλημα».
«Τιποτα εδω γύρω δεν χρειάζεται κόλλημα», είπα. «Πολύ θα’θελα να ξέρω γιατί πας και τ’αγοράζεις όλα αυτα».
«Για τον ίδιο λόγο που σε παντρευτηκα», μουρμούρισε. «Για να περνάει ο καιρός».

Δεν ήθελα να τσακωθώ, οπότε σώπασα. Το ίδιο κι εκείνη.
«Αξίζει τίποτε αυτή η κόλλα;» ρώτησα.
Μου ‘δειξε τη φωτογραφία πάνω στο κουτί, μ’έναν τύπο που κρεμόταν ανάποδα στο ταβάνι.
«Καμία κόλλα δεν μπορεί να κολλήσει κάποιον έτσι», είπα. «Απλά θα τράβηξαν τη φωτογραφία ανάποδα. Ή θα ‘βαλαν το γλόμπο του φωτός στο πάτωμα».
Της πήρα το κουτί και το περιεργάστηκα.
«Κοίτα κι εδώ, στο παράθυρο. Δεν μπήκαν καν στον κόπο να κρεμάσουν τα στόρια απ’την άλλη άκρη. Ειναι ανάποδα, αν στ’ αλήθεια στέκεται στο ταβάνι. Ρίξε μια ματιά», είπα ξαναδείχνοντάς της το παράθυρο.
Δεν έριξε ούτε ματιά.
«Είναι κιόλας οκτώ η ώρα», είπα. «Πρέπει να φύγω ολοταχώς».
Πήρα το χαρτοφύλακά μου και τη φίλησα στο μάγουλο.
«Θα γυρίσω πολύ αργα. Δουλεύω-»
«Υπερωρίες», είπε. «Ξέρω, ξέρω».

Τηλεφώνησα στην Άμπι απ’το γραφείο.
«Δεν μπορώ σήμερα», της είπα. «Πρέπει να γυρίσω στο σπίτι νωρις».
«Γιατί;» ρώτησε η Άμπι. «Συνέβη τίποτα;»
«Όχι…δηλαδή μάλλον ναι. Νομίζω ότι κάτι υποπτεύεται».
Έπεσε σιωπή. Άκουγα την αναπνοή της Άμπι απ’την άλλη άκρη της γραμμής.
«Δεν καταλαβαίνω γιατί εξακολουθείς να μένεις μαζί της», μουρμούρισε. «Δεν κάνετε τίποτα πια μαζί. Ούτε καν καυγαδίζετε. Δεν μπορώ να το καταλάβω αυτό».
Έκανε μια παύση και ύστερα επανέλαβε:
«Πολύ θα’θελα να καταλάβω» .
Έκλαιγε.
«Λυπάμαι, λυπάμαι Άμπι. Άκου, μόλις μπήκε κάποιος» είπα ψέμματα. «Πρέπει να κλείσω τώρα. Θα σε ξαναπάρω αύριο. Αύριο θα’χουμε όλο τον καιρό να τα πουμε», υποσχέθηκα.

Γύρισα στο σπίτι νωρίς. Είπα «γεια» μπαίνοντας αλλά δεν πήρα απάντηση. Έκανα μια γύρα σ’όλα τα δωμάτια. Δεν τη βρήκα σε κανένα. Στο τραπέζι της κουζίνας βρήκα το σωληνάριο της κόλλας, εντελώς τελειωμένο. Προσπάθησα να κουνήσω μια καρέκλα να καθίσω. Δεν κουνηθηκε. Ξαναπροσπάθησα. Ούτε σπιθαμή. Την είχε κολλήσει στο πάτωμα. Το ψυγείο δεν άνοιγε. Το’χε κολλήσει κι αυτό , για να μη μπορεί να ανοίξει. Δεν καταλάβαινα τι συνέβαινε, τι την έπιασε και έκανε τέτοιο πράγμα. Δεν ήξερα που ήταν. Πήγα στο καθιστικό να τηλεφωνήσω στη μάνα της. Δεν μπόρεσα να σηκώσω το ακουστικό – το ‘χε κολλήσει κι αυτό. Έδωσα μια κλωτσιά στο τραπέζι και κόντεψα να σπάσω το πόδι μου. Ούτε καν κουνήθηκε. Και τότε την άκουσα να γελάει, κάπου απο πάνω μου. Κοίταξα επάνω και την είδα. Στεκόταν ξυπόλυτη στο ταβάνι του καθιστικού.

Έμεινα να την κοιτάω χάσκοντας. Όταν ανέκτησα τον έλεγχο των φωνητικών μου χορδών, το μόνο που βρήκα να ρωτήσω ήταν :
«Τι στην ευχή…τρελάθηκες τελείως ;»
Δεν απάντησε, χαμογέλασε μόνο. Το χαμόγελό της φαινόταν τόσο φυσικό, ενώ αυτή κρεμόταν έτσι ανάποδα, λες και τα χείλη της τεντώνονταν μόνα τους απο τη δύναμη της βαρύτητας.
«Μην ανησυχείς, θα σε κατεβάσω» είπα τρέχοντας στο ράφι κι αρπάζοντας τα πιο χοντρά βιβλία.
Έφτιαξα  έναν πύργο με τόμους της εγκυκλοπαίδειας και σκαρφάλωσα στην κορυφή.
» Μπορεί να σε πονέσει λιγάκι», είπα προσπαθώντας αν κρατήσω την ισορροπία μου.
Εξακολουθούσε να χαμογελάει. Τράβηξα όσο πιο δυνατά μπορούσα, αλλά δεν έγινε τίποτα. Προσεκτικά γλίστρησα κάτω.
«Μην ανησυχείς» είπα. «Θα φωνάξω τους γείτονες, κάτι θα βρω να κάνω, θα πάω δίπλα να ζητήσω βοήθεια».
«Θαυμάσια «, γέλασε. «Δεν πρόκειται να πάω πουθενά » .
Γέλασα κι εγώ. Ήταν τόσο όμορφη και τόσο απρόσμενη. Έτσι όπως κρεμόταν ανάποδα απ’το ταβάνι. Με τα μακριά της μαλλιά να κυματίζουν προς τα κάτω και τα στήθη της να μοιάζουν με δυο τέλειες σταγόνες δακρυα κάτω απ΄το άσπρο της μπλουζάκι. Τόσο όμορφη. Ξαφνικά σκαρφάλωσα στη στίβα με τα βιβλία και τη φίλησα. Ένιωσα τη γλώσσα της πάνω στη δική μου. Τα βιβλία γκρεμίστηκαν κάτω απ’ τα πόδια μου, αλλά εγώ έμεινα να αιωρούμαι στον αέρα.
Κρεμόμουν μονάχα απ’τα χείλη της …

Etgar Keret

Απόσπασμα από τη συλλογή διηγημάτων  «Ο οδηγός λεωφορείου που ήθελε να γίνει θεός»

Διαβάστε επίσης:

Μοιραστείτε το:

Comments