summerΜΙΚΡΟΣ ΟΔΗΓΟΣ ΠΑΡΑΘΕΡΙΣΗΣ ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ

ΚΑΤ’ αρχάς, ας ξεκινήσουμε με την παραδοχή ότι η αφραγκία δεν είναι ντροπή – ιδίως
στις μέρες μας. Όταν χρωστάει τα μαλλιοκέφαλά του κοτζάμου κράτος, εμείς με τις πέντ’
έξι ψωροκαρτούλες σε πέντ’ έξι τράπεζες (και ύστερα από πέντ’ έξι μεταφορές υπολοίπου)
θα ντραπούμε;
Ωστόσο, ως κάτοικοι μιας χώρας που ’χει πιο πολύ γαλάζιο κι απ’ την ντουλάπα του
Αντώνη Σαμαρά, η σκέψη να περάσουμε το καλοκαίρι χωρίς διακοπές είναι λιγάκι
καταθλιπτική και γεννά έντονα αισθήματα μειονεξίας – ακόμα κι όταν τα οικονομικά μας
είναι τόσο τραγικά, ώστε ο μόνος τρόπος να παραθερίσουμε είναι ν’ αρχίσουμε τις βίζιτες
(ναι, αλλά πού πας για βίζιτα άμα δεν είσαι μαυρισμένη/ος; και για να μαυρίσεις, θες λεφτά,
είτε για ηλιοθεραπεία είτε για σολάριουμ – φαύλος κύκλος δηλαδή) ή να πάμε στην Παναγία
της Τήνου και να ξαφρίσουμε τη χάρη Της απ’ τους Καρτιέδες και τσι Λαλαούνηδες, οπότε
η απόφασή μας να ξεκαλοκαιριάσουμε στο κλεινόν άστυ δείχνει σύνεση, σωφροσύνη και
ωριμότητα (και απελπισία – αλλά αυτή ξορκίζεται, όπως θα δούμε παρακάτω).

Σε πρώτη φάση, ιδού μερικές καθ’ όλα πιστευτές δικαιολογίες, με τις οποίες μπορείτε ν’
αποκρούσετε την ερώτηση –αρθρωμένη με μια δόση φιλικού οίκτου– «Μα δε θα πάτε
πουθενά φέτος;» Στην οποία περίπτωση, διαλέγετε και παίρνετε:

«Το εξοχικό μας πλημμύρισε». (Κι αν ερωτηθείτε: «Πόθεν έσχες το εξοχικό, μωρή ξεφτίλω,που βρομάει ο στόμας σου απ’ την πείνα;» επινοείτε μια βίλα ίσαμε τον κώλο της Τζένιφερ
Λόπεζ σε κυριλάτο νησί –Κέρκυρα, Σύρο κ.ά.–, την οποία ωστόσο, μαζί με τα εκατό
στρέμματα που την περιβάλλουν, έχετε εξ αδιαιρέτου με τα ξαδέρφια σας, που τυγχάνουν
πλουτοκράτες και όχι free spirits όπως εσείς, κι ότι απλώς δε γουστάρετε τραβήγματα με
το αχώνευτο πλουσιόσογό σας.)
«Η γάτα/ο σκύλος μου πρέπει να υποστεί σοβαρή επέμβαση, και δε μου πάει η καρδιά να τ’ αφήσω μόνο του, το μανάρι μου». (Και προς ενίσχυση του μπαλαμουτιού, μπαίνετε σ’ένα φιλοζωικό site, αντιγράφετε μια φωτογραφία κακοπαθημένου ζωντανού με νοτισμένες ματάρες σαν της Σοφίας Λόρεν στο Γάμο αλά ιταλικά, και ραγίζετε καρδιές με την αυταπάρνηση και την ευαισθησία σας.)
«Έχει πλακώσει απίστευτη δουλειά στο γραφείο, και με το καλοκαιρινό μπόνους στη μέση, σκέφτομαι να το αφήσω για φθινόπωρο στο Παρίσι». (Κι όποιος σάς παίρνει τηλέφωνο, του λέτε απότομα: «Να σε πάρω σε πέντε;» και τον παίρνετε μετά μια ώρα, ξέπνοοι και κατάκοποι απ’ την προσπάθεια να βολευτείτε στον καναπέ με το κουτί της πίτσας, που καίει π’ ανάθεμά το!)
«Έχω πάρει όλη μου την άδεια Σεπτέμβρη». (Κι όταν έρθει ο Σεπτέμβρης ο τρυγητής, κλείνετε τηλέφωνα, μπλακμπέρια και λοιπά γκάτζετ, και βγαίνετε απ’ το σπίτι μόνο με μαντήλα και μαύρο γυαλί, σαν την Γκρέτα Γκάρμπο στη σαββατιάτικη λαϊκή του Χεζόλακκου Ημαθίας.)

Κι όταν με το καλό ξωμείνετε στην πρωτεύουσα σαν τον κούκο, ιδού μερικές διασκεδάσεις
κι απολαύσεις, που κάνουν τις Κυκλάδες να ωχριούν:

Κατράμι το αστικόν: Τραβάει η ψυχή σας μαύρισμα; Ξεχάστε παραλίες και ξαπλώστρες, κι
εκμεταλλευτείτε το φονικό αττικό ήλιο. Μόλις πάει δώδεκα, βάζετε τα λάδια και τα ξίδια
σας, και είτε ανεβαίνετε στην ταράτσα είτε βγαίνετε σουλάτσο σε οδική αρτηρία μες στη
μεσημεριανή ντάλα – και σε μια δυο μέρες το πολύ, τα παλικάρια με τα ξυλόγλυπτα στην
Ερμού θα σας χαιρετάνε στη μητρική τους γλώσσα. Όσο για τα πόδια, εκεί να δεις
μαύρισμα: Βγες ένα διωράκι βόλτα με πέδιλο, σανδάλι, παντόφλα ή γόβα ξώφτερνη, και με
τη μάκα που ίπταται στον αέρα του κέντρου, μέχρι να γυρίσεις σπίτι, το πόδι έχει γίνει πιο
μαύρο κι από κιλότα Σιτσιλιάνας χήρας.

Αρχαίο πνεύμα αθάνατο: Σε αντιδιαστολή με το οποίο, εμείς είμεθα θνητοί,
οπότε καλό είνανα το προλάβουμε όσο ακόμα περπατάμε χωρίς πι. Αναρωτηθείτε: Πότε ήταν η τελευταία φορά που ανεβήκατε στην Ακρόπολη; Έχετε πατήσει το πόδι σας στο Μουσείο της Ακρόπολης;
Χώρια η Πύλη τ’ Αδριανού και τα αριστουργήματα μεταξύ Πλάκας και Θησείου.
Εγώ, για να καταλάβετε, οχτώ χρόνια ζω στα Εξάρχεια, κι ακόμα μια φορά δεν έχω πάει
στο Αρχαιολογικό Μουσείο ο απολίτιστος, λες και το ’χω τάμα. Επομένως, σπεύσατε!
(Μεταξύ άλλων, η πνευματική αυτή απόλαυση συνδυάζεται εξαιρετικά με την επόμενη.)
Ντου γιου λάικ, μαμαζέλ, δι Γκρις; Ανάμεσα στα μυριάδες ξανθωπά, τραγανά και
σεξουαλικά διεκδικήσιμα ξενάκια του Βορρά, που κάθε καλοκαίρι εισρέουν στην Ελλάδα
ποταμηδόν με σκοπό να λιαστούν μέχρι ν’ αλλάξουνε πετσί σαν τα φίδια, ορισμένα περνούν
μερικές μέρες στην Αθήνα των τουριστικών οδηγών: τη μυθική πόλη του Κέκροπος, του
Περικλέους, του Νικήτα Κακλαμάνη. Θα τα καταλάβετε απ’ το χαμένο, σαστισμένο βλέμμα,
καθώς πασχίζουν εις μάτην να συμβιβάσουν το χάρτη τους με τη ρυμοτομία γερμανικού
εξπρεσιονισμού (βλ. Το εργαστήριο του Δρος Καλιγκάρι ) του αθηναϊκού κέντρου. Τα έρμα
δεν ξέρουν ούτε σε ποιο ταβερνάκι να πάνε για «dolmadakia» και «koutsomoura», μήτε καν
πού να βγουν το βράδυ για να πιούνε την μπόμπα τους. Οπότε, ως γνήσιοι απόγονοι του
Ξενίου Διός, προσφερθείτε να τα γυρίσετε στα must της πόλης, μεταξύ των οποίων (αφού
τα πείσετε ότι ο γαμηστρώνας στον οποίο έχουν κλείσει δωμάτιο είναι τίγκα στη μουνόψειρα
και στις κρυμμένες βιντεοκάμερες) και το φιλόξενο σπιτικό σας. Κι αν τυχόν μένετε σε
ημιυπόγειο με μαγευτική θέα σε ακάλυπτο, πείτε τους ότι είστε εικαστικός, κι ότι αυτό που
βλέπουν στην απλώστρα απέναντι δεν είναι οι σουτιέδες της γειτόνισσας, αλλά το τελευταίο
σας installation, με τίτλο: «Αστικό Τοπίο 17: “Τέρμα στο γάριασμα!”»

Κι από μπάνιο τι κάνουμε; Αν είστε λοιπόν σαν το δελφινοκόριτσο και χωρίς τσαλαβούτα
μαραζώνει το «είναι» σας, υπάρχουν λύσεις – ακόμα κι αν δεν παίζει όχημα για ημερήσιες
αποδράσεις σε κοντινές παραλίες. Μία είναι να γραφτείτε στον Πανελλήνιο, στην πισινάρα
του οποίου έχω πολλάκις αράξει την κορμάρα μου τη βιοδιασπώμενη. Αν πάλι θέλετε να
κάνετε στον εαυτό σας ένα πολυτελές δώρο, πάτε όπως είστε στο Χίλτον, με ρολόι μαϊμού
Bulgari (που το ’φτιαξαν οι Βούλγαροι) και τους Financial Times (αυτή την εφημερίδα τη
σομόν που ένα διαβάζεις και δέκα δεν καταλαβαίνεις;), σκάτε το εισιτήριο κι αράζετε πλάι
στους τρισκατάρατους προνομιούχους αυτού του άτιμου ντουνιά, πλάθοντας φαντασιώσεις
για άρτι χωρισμένους γιάπηδες που ψάχνουν να βρουν το μελαμψό κορμί των ονείρων
τους. Μόνο να θυμάστε ότι στο Galaxy δεν μπαίνεις με βερμούδα (το μωρό μου πέρσι είχε
αναγκαστεί να φορέσει λετσοσαλβάρι δικό μου, που του ’πεφτε και κοντό, και ήταν το
γιαβρί μου σαν κομπάρσος σε παράσταση των Αθλίων).

Πάμε μια βόλτα στο σουπερμάρκετ: Picture this: Καθημερινή. Άδειοι δρόμοι. Τα μεγάλα
σουπερμάρκετ σχεδόν έρημα – οι πάγκοι με τα τυριά και τ’ αλλαντικά στη διάθεσή σας.
Τιγκάρετε το καρότσι με άνεση, πληρώνετε τσακ μπαμ στο άδειο ταμείο, γυρνάτε σπίτι
χωρίς μποτιλιάρισμα και με δεκάδες θέσεις πάρκινγκ, μαγειρεύετε οργιαστικό ντινέ και το
καταναλώνετε στο πρωτοφανώς ήσυχο μπαλκόνι σας – κι αφήστε τους άλλους να
πληρώνουν δώδεκα ευρώ τη φάβα επειδή στο συγκεκριμένο νησιωτικό κωλοπιασάδικο πριν
από τρία χρόνια η Μαντόνα έπαθε κόψιμο απ’ το πολύ σφίξε-σφίξε το μούσκουλο.

Άμα βρω να κάτσω, θα σου κάτσω: Υπάρχουν, το λοιπόν, πλείστα μπαράκια με εξαιρετικό ντεκόρ, φτηνά ποτά κι ωραία μουσική, όπου ωστόσο, ένεκα του ότι έχω πατήσει τα τριάντα δύο, όταν το μαγαζί είναι φίσκα και δεν έχεις χώρο μήτε να κλάσεις, έπειτα από ένα ποτό κι ένα τέταρτο ορθοστασίας αρχίζω να νιώθω σαν τον Συμεών το Στυλίτη, αισθάνομαι τον και την αιμορροΐδα να ετοιμάζουν κάθοδο, και μου ’ρχεται να στρέψω το πρόσωπο στα ουράνια (ή, έστω, στο ταβάνι του μπαρ) και ν’ αναφωνήσω: «Κύριε, Κύριε, στο τερέν του Παραδείσου / θα ’χει καμιά μπερζέρα να καθίσου;» Αλλά το καλοκαιράκι, που τα ακούραστα εικοσάχρονα φεύγουν προς πάσαν κατεύθυνση και τα μπαράκια μισοαδειάζουν, πηγαίνεις, κάθεσαι σαν κύριος κι απολαμβάνεις τα ποτά σου με τα μεριά ν’ αφρατεύουν στο σκαμπό.

Πού ’ναι, πού ’ναι η ποδηλάτισσα; Όσοι και όσες από εσάς βολτάρετε με ποδήλατο και
άρα είστε βιονικοί (διότι έτσι ανέβα-να-φιλήσεις/κατέβα-να-γαμήσεις που ’ναι η Αθήνα με τις
ανηφοριές-κατηφοριές, μια υπερδύναμη την έχετε οπωσδήποτε), τους ήσυχους θερινούς
μήνες μπορείτε ν’ απολαύσετε το χούι σας δίχως τον τρόμο του κάφρου οδηγού ο οποίος,
θεωρώντας ότι ο δρόμος –μεταξύ πολλών άλλων– του ανήκει αποκλειστικά, είναι ικανός να
σας βάλει στο σημάδι σαν να παίζει βελάκια.

Βογγήξτε ελεύθερα: Διότι το καλοκαίρι η κωλόγρια γειτόνισσα που ’χει θάψει άντρες,
παιδιά, εγγόνια, δισέγγονα και θανατικό δε χόρτασε, κι όλο γκρινιάζει και κλαίγεται και
τίποτα δεν παθαίνει, μπορεί να φύγει με γκρουπάκι για λουτρά σε παραθαλάσσιο
νεκροταφείο ελεφάντων, οπότε κι εσείς μπορείτε με την ησυχία σας να κανονίζεστε ό,τι
ώρα και όσο μεγαλόφωνα γουστάρετε, ενώ οι πιο μοναχικοί έχουν τη δυνατότητα ν’
απολαύσουν το απαγορευμένο «Μήτρος ο γιδοβάτης, Part 2: Χαμός στο χειμαδιό» χωρίς
ενοχές και με τσίτα τα ντεσιμπέλ.

Δρώμενα δρόμου: Το καλοκαίρι, με το που σφίγγουν οι ζέστες, οι τρελοί (όπως ο γράφων)
αποτρελαίνονται. Για παράδειγμα, προ διετίας, την ώρα που αράζουμε με την κουμπάρα
στην πλατεία και πίνουμε ήσυχα ήσυχα τον απογευματινό μας φρέντο, μια ακρίδα καφέ,
σαν αυτές που περιγράφει ο Ιωάννης στην Αποκάλυψη, έρχεται και κάθεται στο μπατζάκι
μου – οπότε κι εγώ σηκώνομαι κι αρχίζω, αλαλάζοντας, να χορεύω κάτι ανάμεσα σε
breakdance και πυρρίχιο, με τους πέριξ θαμώνες να κατουριούνται και να τους βγαίνει ο
καφές απ’ τη μύτη. Και πάνω που κάθομαι και προσπαθώ να κατεβάσω τις σφίξεις μου
μην πάω αδιάβαστος απ’ το ταράκουλο, η πουτάνα η ακρίδα, που προφανώς το ’χε
καταφχαριστηθεί το όλο χορευτικό, έρχεται και μου ξανακάθεται στο πόδι – και φτου κι απ’
την αρχή, μέχρι που οι μαύροι με τα σιντιά άρχισαν να με κοιτάζουν με επαγγελματικό
ενδιαφέρον, για τυχόν συνεργασία του τύπου «βάζω τη μουσική και την ακρίδα, βάζεις το
χορό;»

Παράλληλα με όλα τα παραπάνω, επειδή δεν υπάρχει άνθρωπος άτρωτος στη φθονερή
χαιρεκακία, μπορείτε να φαντασιώνεστε ότι όλοι εκείνοι που σας έτριψαν τα γαμάτα
καλοκαιρινά τους σχέδια στα μούτρα βρίσκονται εγκλωβισμένοι λόγω κακοκαιρίας στα
μικροσκοπικά τους ενοικιαζόμενα δωμάτια και τρώνε τα σπλάχνα τους στον καβγά – χώρια
που, όταν θα γυρίσουν και θα σκάσουν οι λογαριασμοί των πιστωτικών και θα κλαίνε όλο
το χειμώνα με δάκρυ κορόμηλο, εσείς, εγκρατείς κι ενάρετοι σαν τον μέρμηγκα του μύθου,
θα τους χτυπάτε στοργικά στην πλάτη…

Αύγουστος Κορτώ «Ο άνθρωπος που έτρωγε πολλά»

Διαβάστε επίσης:

Μοιραστείτε το:

Comments