Πήρα το δρόμο που όπως μου ‘παν, έβγαζε στην άνοιξη.
Εύκολο ήταν εξάλλου, σαν πονηρός Θησέας που μάζεψε
το μίτο της Αριάδνης, ακολούθησα το βόμβο από ένα
σμάρι διψασμένες μέλισσες που πήγαιναν προς τα εκεί,
να βρουν νερό να τρυγήσουν το νέκταρ των ανθών
κι ακόμη, να γονιμοποιήσουν την τελευταία νεαρή κερασιά
που εκεί είχε απομείνει.

Φτάνοντας, μια ηλιαχτίδα μου χάιδεψε το κορμί
και μια νότα που δραπέτευσε (παρά τη θέλησή σου)
απ’ την άρπα που έπαιζες (είχες φτάσει πριν από μένα)
μου χάιδεψε την ψυχή.

Καλημέρα! σου είπα, περιμένοντας απόκριση.

Και συ σαν μ’ είδες, έσπασες με μανία τις χορδές
της άρπας σου μια-μια, αφήνοντας την τελευταία
και μεγαλύτερη, όχι για να παίξεις μονότονη μουσική
μα να την κάνεις τόξο.. να ρίξεις την σαίτα
που ‘χες φυλαγμένη στη φαρέτρα σου
κατ’ ευθείαν στην ψυχή μου – τα κατάφερες…

Κι όμως, σ’ ευχαριστώ!…
…για την λύτρωση..

Στέλιος Ν.Γαστεράτος

Διαβάστε επίσης:

Μοιραστείτε το:

Comments