Όχι, δεν γύρευα να βρω μπελάδες, γύρευα απλώς να έρθει η ζωή,
να καθίσει στην καρέκλα που κοιμάμαι να δει τα πράγματα όπως τα βλέπω εγώ,
να δει παιδιά στην παραλία να γυρίζουν στην μάνα τους μ’ ένα σπασμένο χαρταετό,
να δει το χρώμα που έχουν τα φτερά των αγγέλων να δει πως γίνεται η πέτρα φαγητό,
να δει που βρίσκεται η αγάπη μου μόνη να της πει πως είμαι μόνος κι εγώ,
να κοιτάξει πέρα από τους βράχους τα σημάδια που έγραψε ο τραυματίας εραστής,
να γυρίσει το μέτωπο στο μέλλον,
να αποδώσει την πείνα στο παρελθόν,
να μου δωρίσει μια ματιά σαν στιλέτο τις μέρες να κόβω σαν ψωμί ξερό,
να δει πως φλέγεται ο πόνος όταν η νύχτα δεν ξημερώνει ποτέ,
να τρομάξει το χέρι που στρίβει το κέρμα που τζογάρει την καθημερινότητα,
να δει πως γεύεται ο κόσμος το νοίκι που δεν χρωστάει ποτέ,
να δει την άνοιξη να ξεκληρίζει τις καρδιές που επιθυμούν την ανάσταση,
κι όταν ακόμα κουραστεί και πνιγεί από ανάσα που δεν ξέρει τι σημαίνει πνοή,
να συγχωρέσει όσους σκοράρουν σε άδεια δίχτυα και δεν έχουν δει τη ζωή τους στα μάτια ποτέ, όχι δεν γύρευα να βρω μπελάδες, μα είναι μπελάς να γυρεύεις τη ζωή.

Ανδρέας Τσιάκος από την ποιητική συλλογή:Ασκήσεις Αναπνοής (Χαραμάδα, 2011)

Διαβάστε επίσης:

Μοιραστείτε το:

Comments