ΜΕΓΑΛΟ ΓΡΑΜΜΑ -XIV (1952)

‘Εγινε ξαφνικά
όπως ξαφνικά έρχεται η άνοιξη.

Μιλούσα γι’ αγάπη
κι η αγάπη ήσουν εσύ,
μιλούσα για το φιλί
και το φιλί ήσουν εσύ,
με τ’ όνομά σου,
τη διεύθυνση του σπιτιού σου,
το δειλινό χαμόγελο
που μόνο εγώ μπορούσα να βλέπω.
Πως να υπάρξει τώρα
εκείνο το χαμόγελο
όταν κανείς δεν το καταλαβαίνει;
(Μα κι άν το καταλάβει
θα πάψει πια να ‘ναι το ίδιο.)
Πως να υπάρξει εκείνη η μουσική
που μου ζητούσες να σφυράω;
Πόσες φορές την εμπιστεύτηκα
στο νυχτερινό άνεμο
στα κουρασμένα ηλεκτρικά.
Την άκουσες ποτέ;
‘Ηταν για σένα.
Δεν το παραδεχόμουνα.
Μα ήταν.

Δεν έβλεπα
τις μικρές σταλαγματιές το φως
που πέφταν στο φεγγίτη μου
διαπερνώντας τις φυλλωσιές των σύννεφων.
Λιώσανε απότομα τα κρύσταλλα.
Μια φωτεινή πλημμύρα
σκόρπισε την επιμονή της σκόνης
τα μισοτελειωμένα χειρόγραφα
τα μισοτελειωμένα βήματα.

Δεν ξέρω πως έγινε
(ίσως και να ξέρω…)
όμως το φως ποτέ δεν είχε στερέψει.
Να μου χαμογέλασες ποτέ
από μακριά;
Δεν γίνεται. Κάποια στιγμή θα χαμογέλασες.
Ακόμα κι όταν έδιωχνες
κάθε τι δικό μου.
Ακόμα κι όταν νόμισες πως το ‘διωξες.

ΤΙΤΟΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ

Διαβάστε επίσης:

Μοιραστείτε το:

Comments