Είναι μερικές εντυπώσεις μου από το πολεμικό μέτωπο του ’40-’41, που ξαναφέρνω στη μνήμη μου τώρα με τα Χριστούγεννα.

Είναι γραμμένες σ’ ένα χοντρό χαρτί, ακουμπισμένο σ’ ένα γυλιό γεμάτο από γαλέτα και χοντρά εσώρουχα. Είναι μια νύχτα κάτω από την τρύπια στέγη μιας αρβανίτικης καλύβας.

Αντίκρυ μου, σαν φέξει ή  μέρα, βλέπω τα υψώματα από το Τεπελένι. Το αρβανίτικο χωριό είναι ρημαγμένο από τον πόλεμο. Τα ερειπωμένα καλύβια είναι σκεπασμένα από το χιόνι. Το δικό μου το καλύβι έχει δυο κάμαρες. Στη μια μένω εγώ με δύο φαντάρους από τα Γιάννενα. Είναι απλοί στρατιώτες, και ο λοχαγός τους με έβαλε υπό την προστασία τους. Μαζί τους μοιράζουμε το συσσίτιο και τις ψείρες.

Το ταβάνι είναι τρύπιο, και ώρες – ώρες το χιόνι μου στέλνει ραντίσματα στο κεφάλι. Όμως έχω μπροστά μου ένα τζάκι, και δυο μεγάλα κούτσουρα πού ξεχειλίζουν. Το τζάκι είναι μεγάλο, και μου θυμίζει τα παλιά, παιδιάτικα χρόνια μου, περ’ απ’ τη θάλασσα, μακριά στο νησί μου. Οι τριγμοί, οι φλόγες και η γλυκιά μυρουδιά του ξύλου δημιουργούν μιαν ατμόσφαιρα γλυκιά, μια χριστουγεννιάτικη  ατμόσφαιρα. Το αναμμένο λαϊκό τζάκι έχει την ίδια μυρουδιά, και μιλά την ίδια γλώσσα σ’ όλη την Ελλάδα. Και εγώ τη θυμάμαι καλά αυτή τη γλώσσα. Και οι φλόγες που περπατάν πάνω στα κούτσουρα, και  τα χαϊδεύουν ύπουλα, ώσπου να τα κυριέψουν, μου είναι παρουσίες πολύ γνωστές, και πολύ παλιές, και πολύ αγαπημένες. Αφήνω συχνά το μολύβι, και αφαιρούμαι ν’ ακούγω και να βλέπω και να μυρίζω τη φωτιά, που ανασαίνει, και σιγοτραγουδά, και σφυρίζει με το αναμμένο ρετσίνι, που στάζει και λαμπαδιάζει χαρούμενα.

Έχει ακόμα ένα καμαράκι το καλύβι που με φιλοξενεί. Μένει μέσα η νεαρή νοικοκυρά, μια Αρβανίτισσα με στεγνά χαρακτηριστικά και όμορφα μάτια. Αυτή κι ο άντρας της. Έχει και ένα βρέφος στην αγκαλιά της. Το πρώτο της μωρό. Τι βρίσκουν και τρώνε σε τούτη την άγονη κορφή, είναι ν’ απορέσης. Της στέλνω την καραβάνα μου γεμάτη ζέστη φασουλάδα, και τότες γιορτάζει η οικογένεια. Σήμερα της την ξανάστειλα με τον στρατιώτη μου, κι αυτός γύρισε πίσω ξαναφέρνοντάς τη γεμάτη.

– Τί τρέχει; Τον ρωτώ.

Κι αυτός μου εξηγεί σαστισμένος.

– Θα την ξαναπάω αργότερα, λέει.

Τώρα η κοπέλα βυζαίνει το μωρό της και είναι… ξεκούμπωτη.

Είναι ένας χωρικός που στον καιρό της ειρήνης παιδεύεται ολημερίς με το ψάρεμα στη λίμνη.

Χιονίζει αδιάκοπα εδώ πάνω. Και σαν είναι καλός ο καιρός, τη μέρα ξεκινάν κοπάδι τα ιταλικά αεροπλάνα και βομβαρδίζουν το χωριό. Όμως όλοι πια, χωριάτες και στρατιώτες το έχουμε συνηθίσει. Αφήνω  που ως τώρα κανέναν δεν μπόρεσαν να σκοτώσουν οι καημένοι οι αεροπόροι, εκτός από μερικά μεταγωγικά.

Όλα είναι παγωμένα εδώ γύρω. Όλα είναι γυμνά, στεγνά και άγρια. Το νερό που πίνουμε είναι χιόνι λειωμένο στη φωτιά. Η γη, κακοτράχαλη πέτρα που σκάει σε πάξες, μοιάζει με σωρό από κόκκαλα κιτρινισμένα, σαν να τα ξεγύμνωσαν από τις σάρκες τους τα πεινασμένα όρνια και τα τσακάλια, που αφήνουν κάθε νύχτα τις πατημασιές τους στο νέο χιόνι. Μοιάζουν, στο χρώμα και στο όχημα, με τα σκέλεθρα που αφήνουν τα μαρτυρικά, τα άγια μουλαράκια των μεταγωγικών, που πεθαίνουν εδώ πάνω, να κουβαλήσουν πυρομαχικά και τρόφιμα ως σε τούτη την όρθια κορφή.

Τα είδα να ψυχομαχάνε, βουλιαγμένα μέσα στο χιόνι ως το σαμάρι, με το κεφάλι τραγικά τεντωμένο απ’ έξω, τα ρουθούνια φουσκωμένα από την αγωνία του θανάτου, να φυσούν τον αχνό της τελευταίας  τους αναπνοής μέσα στον παγωμένο αγέρα. Όποιος δεν είδε τις στερνές ματιές του μεταγωγικού που ξεψυχάει, βουλιαγμένο μέσα στο χιόνι, δεν μπορεί να φανταστεί τη θλίψη και την αγωνία πού μπορεί να εκφράσει το μάτι του ζώου, που δεν έχει άλλον τρόπο να πει τον πόνο και τη δυστυχία του. Το χιόνι, που γεμίζει τις βαθιές νεροφαγιές του βουνού, τους έχει στήσει αυτές τις θανάσιμες παγίδες του θανάτου.

Ο αγώνας τους να ξελεφτερωθούν από το παγερό αγκάλισμα είναι κάτι το τρομερό. Τα μάτια τους, τα λυπημένα, στρεφογυρνούν παρακαλεστικά, γυρεύοντας βοήθεια. Και βοήθεια δεν υπάρχει. Οι μεταγωγικοί μπαίνουν μέσα στο χιόνι, τα ξεφορτώνουν από τα φυσίγγια, τα σέρνουν, τα παρακαλούν, τα βλαστημούν. Μερικοί κλαίνε. Τα μουλαράκια βάζουν τα δυνατά τους να ξεφύγουν από το παγωμένο χιόνι, που σφίγγει τα αδύνατα πλευρά τους. Δεν γίνεται τίποτα. Και ξαφνικά, μέσα σε αύτη την αγωνιώδη προσπάθειά τους, κάτι σπάει μέσα τους, κάτι σταματά και παγώνει. Είναι ή φτωχή, αθώα τους καρδιά. Η άγια καρδιά. Τρέμουν για λίγο τα ρουθούνια, ανοίγουν σπασμωδικά τα χείλη και ξεσκεπάζονται τα γυμνά δόντια. Είναι η πρώτη αποκάλυψη του σκελετού, που θα μείνει έτσι ως το πρωί, όταν τα τσακάλια θα έχουν φάει όλες τις σάρκες του. Πολλές φορές, με το γλίστρημα που τα παρασέρνει στο χαντάκι, σπάνουν τα πόδια των ζώων.

Πάνω στην έκταση τον απάτητου χιονιού, μου δείχνουν οι φαντάροι τις ατέλειωτες αλυσιδωτές πατημασιές των πεινασμένων αγριμιών. Θα ήθελα, κάποτε, σαν θα τελειώσει και τούτος ο πόλεμος, η Ελλάδα να στήσει στην πιο όμορφη πλατεία της ένα μνημείο από καθάριο πεντελικό για το μουλαράκι του ’40-’41. Για τούτον τον άγιο, τον σιωπηλό, τον απαραπόνετο, τον άγνωστο ήρωα της μάχης, που δίνουμε κάθε τόσο για να μείνουμε λεύτεροι.

Σε παίρνουν τα δάκρυα να βλέπεις το πετσί τους να τρεμουλιάζει από τον πόνο ώσπου να παραδώσουν, να βλέπεις το κεφάλι να γέρνει στο πλάι και να περιμένει καρτερικά το θάνατο. Και ο θάνατος έρχεται συνήθως με μια πιστολιά στο αφτί. Λίγο αίμα στο χιόνι. Έρχεται η νύχτα και από τις κουφάλες του βουνού εξορμούν οι πεινασμένοι νεκροθάφτες.

Ο φαντάρος με βλέπει να κοιτάζω αφηρημένος τη φλόγα του τζακιού. Με διακόπτει…

– Να πάω πια τη φασουλάδα στην Αρβανίτισσα, αφέντη;

– Να την πας, Θανάση. Θα έχει πια κουμπωθεί η κοπέλα.

Σαν γύρισε, του λέω.

– Βρε Θανάση, είσαι ένα καλό παλληκάρι.

Με κοιτάζει σκεφτικός. Σωπαίνει και ύστερα από λίγο λέει.

– Τι «καλό», αφεντικό. Λέω πως κανένας δεν είναι στα σωστά καλός, και στα σωστά κακός.

– Δηλαδή;

– Λέω πως πότε είναι έτσι και πότε αλλιώς.

– Εγώ δεν πιστεύω ποτές να ήσουνα «αλλιώς», Θανάση.

Πάλι σώπασε ο Θανάσης. Και ύστερα ξαναμίλησε.

– Τι θα ‘λεγες, αφεντικό, αν μάθαινες πως σκότωσα άνθρωπο;

– Στον πόλεμο όλοι σκοτώνουν, Θανάση.

– Όχι στον πόλεμο, αφεντικό. Στα Γιάννενα, λέω.

Γύρισα και τον κοίταξα ξαφνιασμένος. Περίμενα να μου ξηγήσει.

Και μου διηγήθηκε με ψυχραιμία πως σκότωσε ένα χωροφύλακα που τον κυνήγησε μέσα στη λίμνη, απαγορεύοντάς του να ψαρέψει.

– Πήδηξα μέσα στη βάρκα του. Έκανε να με χτυπήσει με τη λαβή του πιστολιού του. Τον έπιασα από το λαιμό και τον βούτηξα στο νερό. Κράτησα το κεφάλι του ώσπου ξεψύχησε.

Να. Ρώτα και τούτον που το ξέρει.

Και μου ‘δειξε το σύντροφό του, ο οποίος μου έγνεψε με το κεφάλι «ναι».

Αυτό το έκανε ο Θανάσης, ο άγαμος Θανάσης, από τα Γιάννενα, που ντράπηκε να δει την Αρβανίτισσα με τον κόρφο γυμνό.

Ήταν Χριστούγεννα του ’40, σ’ ένα αρβανίτικο βουνό. Από το τρύπιο ταβάνι, ο χιονιάς έριχνε παγωμένες φούχτες στα μαλλιά μου, και μπροστά ξελόχιζε το αναμμένο τζάκι.

Στρατής Μυριβήλης

Μοιραστείτε το:

Comments