Όταν κοιμάμαι πολλά όνειρα, βγαίνω στο δρόμο, με τα μάτια ορθάνοιχτα, αλλά ακολουθώντας ακόμη τα ίχνη και τη βεβαιότητά τους. Και μένω έκπληκτος από τον αυτοματισμό μου που κάνει τους άλλους να με αγνοούν. Γιατί διασχίζω την καθημερινή ζωή χωρίς ούτε μια στιγμή να αφήσω το χέρι της αστρικής μου παραμάνας, και τα βήματά μου ηχούν κουρδισμένα, εναρμονισμένα με τα σκοτεινά σχέδια της ενύπνιας φαντασίας μου. Ωστόσο, προχωρώ με βήμα σταθερό, δεν σκοντάφτω, απαντώ σωστά, υπάρχω.

Μα στην πρώτη ανάπαυλα, όταν δεν χρειάζεται πια να προσέχω το ρυθμό των βημάτων μου, για να αποφεύγω τα οχήματα ή για να μην πατήσω τους πεζούς, όταν δεν είναι ανάγκη να μιλήσω, κι έχω απαλλαγεί από την υποχρέωση να μπω σε κάποια κοντινή πόρτα, τότε ανοίγομαι και πάλι στα πελάγη του ονείρου, σαν ένα χάρτινο καραβάκι με τις μυτερές του άκρες, και επιστρέφω στην ετοιμοθάνατη παραίσθηση μου, που λίκνισε την αόριστη συνείδησή μου της χαραυγής, μέσα στο θόρυβο των κάρων που έρχονταν από τους λαχανόκηπους.

Κι είναι τότε, την ώρα που σφύζει η ζωή, που το όνειρο ξετυλίγει τον μεγαλόπρεπο κινηματογράφο του. Κατεβαίνω μια ανύπαρκτη οδό της Κάτω Πόλης, και η πραγματικότητα ζώων που δεν υπάρχουν, μου τυλίγει τρυφερά το μέτωπο μ’ ένα άσπρο μαντίλι ψεύτικων αναμνήσεων. Είμαι θαλασσοπόρος στις άγνωστες θάλασσες του εαυτού μου. Έφυγα νικητής από παντού όπου δεν πήγα. Κι είναι μια νέα αύρα, αυτή η υπνηλία που μέσα της προχωρώ, γερμένος μπροστά σε μια πορεία προς το αδύνατο.

Ο καθένας έχει το δικό του αλκοόλ. Το γεγονός της ύπαρξής μου μου προσφέρει αρκετές δόσεις αλκοόλ. Μεθυσμένος από αισθήσεις, περιπλανιέμαι βαδίζοντας ίσια μπροστά μου. Αν δεν είναι η ώρα, πηγαίνω μέχρι το ποτάμι, να δω το ποτάμι, σαν όλους τους άλλους. Είμαι ίδιος μ’ αυτούς. Και πίσω από όλα αυτά, ο ουρανός μου, όπου το άστρο μου ακτινοβολεί κρυφά στο δικό μου άπειρο.

Φερνάντο Πεσσόα «Το Βιβλίο της Ανησυχίας»

Διαβάστε επίσης:

Μοιραστείτε το:

Comments