Σοδειά μεγάλη, ξεχειλίσαν τα σακιά,
τ’ ακούσαν και ζυγώσαν κάποιοι ξένοι.
Ο τόπος είπες πως δε χώραγε πολλούς ̇
τα «εγώ» μεγάλα και η γη μας κουρασμένη.

Σταγόνες έσπειρες να γίνουν ποταμός
να παρασύρει τα σακιά μπας κι αραιώσουν,
όμως το σούρουπο μας βρήκε πιο πολλούς ̇
φωνάξαν κι άλλους, τη σοδειά μας να γλιτώσουν.

Στου ποταμού τις όχθες στήσαμε χορό
εμείς κι εκείνοι με τα ρούχα μας βρεγμένα.
Έσπειρες φλόγες να φυτρώσουν πυρκαϊές ̇
τραγούδι δεν ανθίζει στα καμμένα.

Νύχτα μας βρήκε στριμωγμένους τους πολλούς
λευκά αστράψαν μέσ’ στις στάχτες τα σεντόνια
και σαρκογέλασες σαν είδες μαλακό
να ’χουμε στρώσει μαξιλάρι τη συμπόνοια.

Πάνω στη νάρκη των κορμιών αφροπατάς
σαν ύπουλος, αργόπνοος τυφώνας.
Τώρα στη χούφτα σου κρατάς κι απλόχερα σκορπάς
τον σίγουρο τον σπόρο, της διχόνοιας.

Μαρία Χριστινάκη
Ιούνης 2013
Έπαινος Πανελλήνιας Ένωσης Λογογτεχνών

Διαβάστε επίσης:

Μοιραστείτε το:

Comments