Κρύο λευκό μάρμαρο σε σχήμα δίσκου στρογγυλού με διάμετρο ζόρικα εβδομήντα εκατοστών, ακουμπισμένο σ’ ένα τρίποδο από μαύρο σίδερο. Πάνω του, ο κατάλογος. Μαύρο εξώφυλλο, με ασημί καλλιτεχνικά γράμματα να σχηματίζουν το όνομα της καφετέριας. «Καφενείο θα το λέγαμε κάποτε», σκέφτηκε.

Ξύλινες καρέκλες παλιάς μόδας, σκούρες καφέ, λουστραρισμένες. Ανακάθισε. Δεν ήταν και οι βολικότερες. «Σαν άλλοτε…», με έντονα γράμματα ο τίτλος ενός άρθρου για το μαγαζί. Καδραρισμένο το απόκομμα στον τοίχο δίπλα της. «Ρετρό στυλ και χώρος με άποψη», έγραφαν. Έριξε μια αργόσυρτη ματιά γύρω. Κάδρα με φωτογραφίες ενός Πειραιά που λίγοι πια θυμούνταν. Και πρόσωπα. Ασπρόμαυρα πρόσωπα που κοίταζαν μέσ’ απ’ τις περσίδες του χρόνου τους θαμώνες του σήμερα…

Ένα σώμα μπήκε στο οπτικό της πεδίο κι ακούμπησε στο τραπέζι τον μέτριο ελληνικό που είχε παραγγείλει.

«Ο καφές σας», είπε χαμογελώντας τυπικά η σερβιτόρα. Άφησε μαζί ένα ποτήρι νερό και την απόδειξη.

«Ευχαριστώ…», πρόφερε σαστισμένα. Θα έστρεφε από ευγένεια το βλέμμα στην κοπέλα, αλλά εκείνη τη στιγμή τα μάτια της έκπληκτα είχαν καρφωθεί αλλού. Πάνω στο λευκό πορσελάνινο πιατάκι στεκόταν το φλιτζάνι. Παχύ-παχύ το χείλος κι ένα χερούλι στο πλάι σαν εκείνο της μέρας της μακρινής, της σχεδόν χθεσινής…

 

… Όλα τα φλιτζανάκια είχαν ένα χερουλάκι διάτρητο. Περνούσε τον δείκτη απ’ τη μια, τον αντίχειρα απ’ την άλλη και το σήκωνε, τεντώνοντας τα υπόλοιπα δάκτυλά της όσο μακρύτερα μπορούσε το ένα από το άλλο. Προσποιόταν ότι είχε μέσα καφέ, σούφρωνε χειλάκια, χαμήλωνε το βλέμμα και ρουφούσε ηχηρά σηκώνοντας τα φρυδάκια της, όπως έβλεπε τη μαμά και τη γιαγιά της να κάνουν κι όλες τις κυρίες που έρχονταν σπίτι τους. Κατάπινε αργά, προσπαθώντας με τη φαντασία να προκαλέσει στη γεύση της το ίδιο ερέθισμα που θα προκαλούσε κι ο καφές, αν μπορούσε να τον πιει. Αχ και να την άφηναν να δοκιμάσει μια φορά! Μία μόνο! Ηδονιζόταν με τη μυρωδιά του και με τον ήχο που έκανε το φλιτζάνι όταν ακουμπούσε στο πιατάκι. Αλλά βλέπεις, ήταν ακόμα μικρή.

«Τα παιδιά δεν πίνουν καφέ», έλεγε αυστηρά η μαμά της κι εκείνη ούτε που τολμούσε να ζητήσει εξαίρεση…

Κυριακή πρωί. Έβγαινε απ’ την Αγία Τριάδα μαζί με τον μπαμπά της, κρατώντας το αντίδωρο στη χούφτα. Η μαμά στο σπίτι, γιατί θα είχαν κόσμο το μεσημέρι και «άμα δεν είσαι από πάνω, κάνουν του κεφαλιού τους αυτές». Πριν την αφήσουν με τις «αυτές», τη διαβεβαίωσε ο μπαμπάς πως μετά τη λειτουργία μόνο μέχρι τον κήπο και το Ρολόι θα έκαναν βόλτα κι ούτε χιλιοστό παραπέρα! Γιατί βέβαια «πού ακούστηκε να σέρνουνε μικρό κορίτσι στα καφενεία;!».

Στο κεφαλόσκαλο της εκκλησίας, κοντοστάθηκαν. Μ’ ένα χαμόγελο συνωμοτικό δόθηκε το σινιάλο. Μπαμπάς και κόρη πιάστηκαν χέρι-χέρι κι ανηφόρισαν για τον Άγιο Κωνσταντίνο και το γνωστό στέκι Πειραιωτών και μη, το «Καφενείο των Κυνηγών».

Μοναδική μέσ’ στον αντρόκοσμο, τραβούσε τα βλέμματα όλων όσων περνούσαν απ’ το τραπέζι τους κι εκείνος όλο καμάρι δεχόταν τις ευχές και τα καλόλογα για την κόρη του. Καθισμένη σε μιαν άβολη ξύλινη καρέκλα δίπλα του, μεθούσε ήδη απ’ την ευωδιά του χαρμανιού που σιγόβραζε στο κουζινάκι του καφενείου. Ο σερβιτόρος πλησίασε το τραπέζι τους μ’ έναν από κείνους τους μπακιρένιους δίσκους, τους κρεμαστούς, φορτωμένον με τρία φλιτζάνια καφέ, τρία ποτήρια νερό κι ένα ποτήρι βυσσινάδα. Το περιεχόμενο του δίσκου μοιράστηκε στην παρέα και το ποτήρι της βυσσινάδας προσγειώθηκε πάνω στο λευκό μαρμάρινο τραπέζι, ακριβώς μπροστά στο απογοητευμένο μουτράκι της. Τι κρίμα να μην υπάρχει ένα φλιτζανάκι και γι’ αυτήν! Και τι φλιτζάνι! Αυτό δεν ήταν σαν τα άλλα. Ήταν παχύ-παχύ το χείλος του, λιγουρευτό, και το χερούλι δεν είχε τρυπούλα. Ήταν παραγεμισμένο με το ίδιο λευκό του φλιτζανιού. Κάτι σαν πορσελάνινη μεμβράνη που σε προκαλούσε να την πιέσεις. Ήθελε να τη ζουλήξει. Ν’ ακουμπήσει τα χείλη της στο χείλος του φλιτζανιού και να το δαγκώσει σαν να ’ταν ζαχαρένιο. Να κοιτάξει μία-μία τις φουσκάλες στην επιφάνεια του καφέ -άλλες μωβ, άλλες πράσινες, άλλες χρυσαφιές- σαν μικροσκοπικές χριστουγεννιάτικες μπάλες κι ύστερα… να ρουφήξει! Τέντωσε το κορμάκι της για να το πλησιάσει και να το περιεργαστεί, όσο ο μπαμπάς της, απορροφημένος στην κουβέντα, παραμελούσε τον καφέ του. Δεν κατάφερε πολλά. Γλίστρησε από την ξύλινη καρέκλα της, τεντώθηκε στις μύτες των ποδιών της, έπιασε με το ένα χέρι το κρύο μάρμαρο του τραπεζιού για να στηριχτεί κι άπλωσε δειλά το άλλο. Παρασυρμένη απ’ τη λαχταριστή μυρωδιά δεν πρόσεξε τον μπαμπά της, που γυρισμένος τώρα προς εκείνη, την παρατηρούσε χαμογελώντας.

«Έλα, Μυρσινάκι, να σου βάλω να δοκιμάσεις!». Δεν πίστευε στ’ αυτιά της! Πόσο τον λάτρευε τον μπαμπά της! Ήταν ο καλύτερος μπαμπάς του κόσμου! Έπιασε με τα παχιά του δάκτυλα το φλιτζάνι, το έγειρε κι έχυσε λίγο καφέ στο πιατάκι. Εκείνη πλησίασε το πρόσωπό της, άνοιξε το στόμα της και…

 

… Ανακάθισε στην καρέκλα, τρίβοντας νωχελικά την πλάτη της στο ξύλο. Άπλωσε το χέρι της στο λευκό μάρμαρο και το χάιδεψε απαλά, σέρνοντας τα δάχτυλά της μέχρι το φλιτζάνι. Έβαλε τον δείκτη της απ’ τη μια μεριά του χερουλιού και τον αντίχειρα απ’ την άλλη, πιέζοντας ελαφρά την πορσελάνινη μεμβράνη. Έγειρε το φλιτζάνι κι έχυσε λίγο καφέ στο πιατάκι. Πετώντας περιφρονητικά τους τρόπους και τα χρόνια της στην άκρη, το σήκωσε, έγειρε μπροστά κι έκλεισε τα μάτια. Ζαρωμένα χείλη και λευκή πορσελάνη έσμιξαν, κερνώντας το γερασμένο σώμα ένα γλυκόπικρο χαρμάνι αισθήσεων κι αναμνήσεων.  Κούνησε ζωηρά το κεφάλι της σε μία κατάφαση που απαντούσε στο ερώτημα του μπαμπά της: «Σ’ άρεσε, Μυρσινάκι;»

Μαρία Χριστινάκη

Διαβάστε επίσης:

Μοιραστείτε το:

Comments