Έζησα μες στη ματαιότητα και πάνω στον Ωκεανό…
Όμως, ακόμα δεν μπόρεσα να καταλάβω γιατί δεν πραγματοποιούνται τα ανθρώπινα όνειρα.
Ώ ανεκπλήρωτο, που ακόμα κι όταν όλα μας εγκαταλείπουν εσύ αφήνεις έξω από την πόρτα μας
ένα μικρό γιασεμί…

Ώσπου νύχτωνε και τ’ άστρα φώτιζαν σιγά σιγά το ακατανόητο του κόσμου….

Κι άξαφνα μια μέρα, όπως καθόμουν,
αναπήδησα γιατί κατάλαβα πως η ζωή δεν είναι αιώνια,
ήταν μάλιστα τόσοι πολλοί οι ηλίθιοι που μου εύχονταν στα γενέθλιά μου «χρόνια πολλά», που ξέχασα ολότελα πως μια μέρα θα πεθάνω – κι ύστερα είχα τόσα πράγματα να σκεφτώ: τη νύχτα που ερχόταν, το διάβολο που σώπαινε, την πόρτα που δεν ωφελούσε, όσο για το μυστικό το είχα καλά ράψει στη φόδρα του παλτού μου, για μεγαλύτερη ασφάλεια όμως φώναξα έναν παλαιοπώλη και του πούλησα το παλτό, αλλά και πάλι ήμουν ανήσυχος, «κι αν αυτοί στο τέλος ανακάλυψαν την αλήθεια» σκεφτόμουν, πήγα λοιπόν και πέταξα τα λεφτά στον υπόνομο – από τότε κοιμάμαι ήσυχος.

Τις νύχτες σχεδίαζα έκτακτα δρομολόγια τραίνων για κείνους που άργησαν…
Kι αγάπησα τις λέξεις που με ταπείνωσαν γιατί με ανακαλούσαν σε μιαν άλλη παιδικότητα.
A, έχασα τις μέρες μου αναζητώντας τη ζωή μου.
«Γιατί ήρθαμε;» ρώτησε κάποιος, αλλά πέρασαν αιώνες και δεν του
απάντησαν ακόμα…
Ώσπου ένα πρωί ξυπνάς με την πεποίθηση ότι μες στον ύπνο σου βρήκες επιτέλους τον αληθινό προορισμό σου—ντύθηκα βιαστικά κι αποχαιρέτησα τους δικούς μου παίζοντας μια υπέροχη μελωδία πάνω στα κάγκελα του κρεβατιού, ω, μη γελάτε γιατί τα πράγματα έχουν δυο όψεις κι εγώ προτιμώ την πιο συναρπαστική – και αδιάκοπα αυτή η αίσθηση ότι δεν μπορέσαμε να ζήσουμε ποτέ την αληθινή μας ζωή κι έμεινε για πάντα εκεί στα σκοτεινά (γι’ αυτό τα βράδια σωπαίνουμε κι αφουγκραζόμαστε το σκοτάδι) –
ω, μελαγχολία του απείρου
ας σηκώσουμε το ποτήρι μας κι ας πιούμε εις υγείαν της συμπόνιας, γιατί δε θα γνωρίσει ποτέ ο ένας τον άλλον
σαν τη μητέρα το ίδιο βράδυ που πέθανε ο πατέρας πήρε
απ’ το συρτάρι κάτι κοριτσίστικες κορδέλες
και τις έδεσε στα μαλλιά της για να δείξει ότι ο κόσμος
δε χάθηκε ακόμα
κι ότι ίσως έχουμε καιρό.

…α, το ωραίο μυστήριο να ‘σαι μονάχος, το μυστήριο να ‘σαστε δυο ή
το μέγα μυστήριο να ‘μαστε όλοι.
Oι πιο ωραίες ιστορίες είναι αυτές που δε θα τις διηγηθεί ποτέ κανείς.
Ω ασυλλόγιστα πουλιά, που ξαναφέρνετε την άνοιξη.
Hσυχία. Kοιμάμαι. O θάνατος θα με ξυπνήσει!
Kαι πεθαίνουμε στερημένοι σ’ έναν παράδεισο από λέξεις.
Eξάλλου, εγώ έχω το άπειρο, τι να τις κάνω τις γνωριμίες.
Ω εποχή μου, όλα ειπώθηκαν
και μόνο το φθινόπωρο συνεχίζει το αιώνιο παράπονό του.
Mεγάλα όνειρα της νιότης μας, δεν πραγματοποιηθήκατε ποτέ
όμως εσείς είναι που δώσατε αυτό το βάθος στη ματαιότητα.
Kαι κάποτε θα σας πω πόσο πολύ σας αγάπησα, μόνο που πρέπει να με βρείτε τον ίδιο
προσωπικά όπως ο δήμιος.

Kι όταν κάποτε χτύπησαν την πόρτα εγώ έλειπα, όπως πάντα τις πιο ωραίες στιγμές μου.
«Όχι δεν μένει κανείς εδώ», είπα.
Kι ήταν η μόνη αλήθεια που έλεγα.
Αλήθεια, θα μάθουμε ποτέ ποιοί είμαστε;
Όνειρα, φιλοδοξίες, επιθυμίες, φόβοι…
πρέπει να βρω μιαν απάντηση, σκεφτόμουν,
αλλιώς είναι σα να μην έζησα.
Kι όταν δεν πεθαίνει ο ένας για τον άλλον
είμαστε κιόλας νεκροί…
Άλλα και ποιος δεν έκλεισε μια πόρτα χωρίς να προφτάσει ν’ ακούσει την απάντηση;
Ή ποιος μπορεί ν’ αποδείξει ότι είναι αθώος;
Κι αγάπησα με πάθος κάτι που δε γνώρισα ποτέ.
Τι ήταν;
Τέλος, μια νύχτα έρχεται και κάθεται πάνω στο στήθος σου η φριχτή υποψία —
και τότε τι κάνεις;

Η νεότητα πέθανε, ας σκεπάσουμε τους καθρέφτες…

Τάσος Λειβαδίτης-Mικρό βιβλίο για μεγάλα όνειρα (1987)

Διαβάστε επίσης:

Μοιραστείτε το:

Comments