Ο Ράντι ήταν μαζί μου εδώ απόψε. Ξανθός όπως πάντα, και με το ίδιο απαλό, πλατύ, γελαστό πρόσωπο. Ακόμη και τα μάτια του ήταν ίδια: λίγο ανήσυχα, λίγο αβέβαια. Και με δυο ξανθές φαβορίτες επίσης. Όλα πάνω του ήταν ίδια όπως ήταν πάντα.

«Μα είσαι νεκρός, Ράντι», είπα.
«Ναι», απάντησε. «Μη γελάσεις».
«Γιατί να γελάσω;»
«Πάντα γελούσατε μαζί μου. Το ξέρω. Επειδή περπατούσα παράξενα στο δρόμο για το σχολείο, και μιλούσα διαρκώς για κορίτσια που δεν γνώριζα. Όλο γελούσατε. Επειδή ήμουν λίγο ανήσυχος. Το ξέρω πολύ καλά πως γελούσατε».
«Είσαι νεκρός καιρό;», ρώτησα.
«Όχι, όχι καιρό», είπε. «Έπεσα μόλις τον περασμένο χειμώνα. Δε μπόρεσαν να με χώσουν στη γη όπως θα έπρεπε. Όλα ήταν παγωμένα. Όλα ήταν σκληρά σαν πέτρα.
«Α, ναι. Σκοτώθηκες στη Ρωσία, ε;»
«Ναι, με την πρώτη του χειμώνα. Μη γελάσεις. Δεν υπάρχει τίποτα το όμορφο στο να είσαι νεκρός στη Ρωσία. Όλα είναι τόσο ξένα σε μένα. Τα δέντρα είναι ξένα. Τόσο θλιμμένα, ξέρεις. Σκλήθρες, ως επί το πλείστον. Εκεί που κείμαι βρίσκονται μονάχα θλιμμένες σκλήθρες. Και οι πέτρες βογγούν και στενάζουν καμιά φορά. Μόνο και μόνο επειδή είναι ρωσικές πέτρες. Και τα δέντρα στριγγλίζουν τη νύχτα. Μόνο και μόνο επειδή είναι ρώσικα δέντρα. Και το χιόνι κραυγάζει. Μόνο και μόνο επειδή είναι ρωσικό χιόνι. Ναι, όλα είναι αλλόκοτα. Όλα είναι τόσο ξένα».

Ο Ράντι κάθησε σιωπηλά στο πλάι του κρεβατιού μου.
«Ίσως απλά να σου φαίνονται έτσι επειδή είσαι νεκρός εκεί πέρα», είπα.
Με κοίταξε. «Αστειεύεσαι; Με τίποτα. Θέλω να πω, είναι τρομακτικά παράξενα. Όλα». Κοίταξε το γόνατό του. «Όλα είναι τόσο ξένα. Ακόμα και ο ίδιος μου ο εαυτός».
«Ο ίδιος σου ο εαυτός;»
«Ναι, μη γελάσεις. Αυτό ακριβώς. Σου φαίνεται τρομακτικά παράξενος ακόμα και ο ίδιος σου ο εαυτός. Σοβαρολογώ, μη γελάσεις, γι’αυτόν ακριβώς το λόγο ήρθα εδώ. Θέλησα να σου μιλήσω για όλα αυτά.»
«Σε εμένα;»
«Ναι, μη γελάσεις, ιδίως σε εσένα. Με ξέρεις, έτσι;»
«Έτσι νόμιζα.»
«Δεν έχει σημασία. Με ξέρεις αρκετά. Το πως μοιάζω, εννοώ. Όχι το ποιος είμαι. Εννοώ το πως μοιάζω εξωτερικά, με ξέρεις υπό αυτήν την έννοια, σωστά;»
«Ναι, είσαι ξανθός. Έχεις ένα γεμάτο, στρογγυλωπό πρόσωπο.»
«Έλα, πες το ξεκάθαρα. Έχω αδύνατο πρόσωπο. Το γνωρίζω ήδη, οπότε…»
«Εντάξει, έχεις ένα αδύνατο πρόσωπο, μονίμως γελαστό και πλατύ…»
«Ναι, εντάξει. Και τα μάτια μου;»
«Τα μάτια σου ήταν πάντα λιγάκι… λιγάκι λυπημένα και παράξενα.»
«Μη λες ψέμματα. Τα μάτια μου ήταν πάντα ανήσυχα και αβέβαια, αφού ποτέ δεν ήξερα αν πίστευες όσα σου έλεγα για τα κορίτσια. Λοιπόν, τί άλλο; Είχα πάντα λείο πρόσωπο;»
«Όχι, καθόλου. Είχες πάντοτε δυο μικρές ξανθές φαβορίτες στο πηγούνι σου. Πίστευες πάντα πως κανείς δε θα τις έβλεπε εκεί. Αλλά πάντα τις βλέπαμε.»
«Και γελούσατε.»
«Και γελούσαμε.»

Ο Ράντι κάθισε στην άκρη του κρεβατιού μου και έτριψε την παλάμη του χεριού του στο γόνατό του. «Ναι,» αναστέναξε σιγανά, «έτσι ήμουν. Έτσι ακριβώς.»
Και ύστερα με κοίταξε ξαφνικά με μάτια ανήσυχα. «Θα μου κάνεις μια χάρη; Αλλά μη γελάσεις, σε παρακαλώ. Έλα μαζί μου.»
«Στη Ρωσία;»
«Ναι. Στα γρήγορα. Ούτε ένα δευτερόλεπτο δε θα πάρει. Αφού με ξέρεις τόσο καλά, εντάξει;»

Πήρε το χέρι μου. Και το ένιωσα σαν χιόνι. Εντελώς απαλό, και ελαφρύ, και κρύο. Βρεθήκαμε ανάμεσα σε δυο σκλήθρες. Κάτι που έλαμπε βρισκόταν χάμω. «Έλα,» είπε ο Ράντι. «Εδώ έπεσα.» Είδα έναν ανθρώπινο σκελετό, σαν αυτούς που μας έδειχναν στο σχολείο. Υπήρχε κάτι φτιαγμένο από καφέ και πράσινο μέταλλο που κειτοταν δίπλα του. «Αυτό είναι το ατσάλινο κράνος μου,» είπε ο Ράντι. «Καλυμμένο με σκουριά και βρύα.»

Και ύστερα έδειξε τον σκελετό. «Σε παρακαλώ, μη γελάσεις,» είπε. «Αλλά αυτός είμαι εγώ. Το καταλαβαίνεις; Με ξέρεις. Οπότε πες μου και συ ο ίδιος: είναι δυνατόν να είμαι εγώ αυτός εκεί κάτω; Καταλαβαίνεις τι εννοώ; Δεν είναι αυτό τρομακτικά παράξενο; Δεν απέμεινε τίποτα εκεί πέρα που να είναι εγώ. Ποιός θα με αναγνώριζε έτσι; Κι όμως είμαι εγώ. Πρέπει να είμαι εγώ. Αλλά είναι πέραν των δυνάμεών μου. Είναι τόσο ασύλληπτα παράξενο. Αυτό εκεί κάτω δεν έχει καμία σχέση με το πως ήμουν πριν. Όχι, σε παρακαλώ μη γελάσεις, αλλά μου φαίνεται τόσο ασύλληπτα παράξενο, τόσο ακατανόητο, τόσο εξωφρενικό.»

Κάθισε στο σκούρο έδαφος και κοίταξε λυπημένα έξω, ενώπιόν του. «Αυτό δεν έχει καμία σχέση με το πως ήμουν πριν,» είπε. «Τίποτα. Απολύτως τίποτα.»
Ύστερα πήρε λίγο από το σκούρο χρώμα στα ακροδάχτυλά του και το μύρισε.
«Ξένο,» ψιθύρισε. «Ολότελα ξένο.» Ύστερα έφερε το χώμα μπροστά μου. Και έμοιαζε με χιόνι. Ακριβώς ίδιο με το χέρι που έτεινε σε μένα πρωτύτερα: εντελώς απαλό, και ελαφρύ και κρύο.
«Μύρισε», είπε.

Εισέπνευσα βαθιά.

«Λοιπόν;»
«Είναι ένα κομμάτι χώμα», είπα.
«Και;»
«Ίσως λιγάκι ξινό. Και πικρό. Σαν χώμα δηλαδή.»
«Αλλά ξένο, σωστά; Ολότελα ξένο; Και εντελώς απωθητικό, σωστά;»
Εισέπνευσα και πάλι βαθιά, μυρίζοντας το χώμα. Μύριζε απαλό, και ελαφρύ, και κρύο.
Ίσως λιγάκι ξινό. Και πικρό.
«Μυρίζει ωραία,» είπα. «Σαν χώμα».
«Δεν είναι απωθητικό; Δεν είναι ξένο;»
Ο Ράντι με κοίταξε με ανήσυχα μάτια: «Μυρίζει εντελώς απωθητικά, άνθρωπέ μου.»

Το μύρισα.

«Όχι, έτσι μυρίζει το χώμα παντού.»
«Νομίζεις;»
«Βεβαιότατα»
«Και δεν το βρίσκεις απωθητικό;»
«Όχι, μυρίζει περίφημα, Ράντι. Δοκίμασε να το ξαναμυρίσεις και εσύ.»
Πήρε λιγο ανάμεσα στα ακροδάχτυλά του και μύρισε.
«Έτσι μυρίζει το χώμα παντού;» ρώτησε.
«Ναι. Παντού.»
Εισέπνευσε βαθιά. Έχωσε τη μύτη του μέχρι μέσα στη χούφτα του με το χώμα. Ύστερα με κοίταξε. «Έχεις δίκιο», είπε.»Ίσως και να μυρίζει ωραία. Αλλά μυρίζει ακόμα σαν ξένο όταν σκέφτομαι πως σε αυτό βρίσκομαι εγώ, φαίνεται τόσο παράξενο.

Ο Ράντι κάθισε και μύρισε, και ξέχασε πως βρισκόμουν εκεί, και μύριζε, και μύριζε, και μύριζε το λιγοστό χώμα. Και σιγά σιγά άρχισε να λέει τις λέξεις «ξένο» και «παράξενο» όλο και πιο αραιά. Και κάθε φορά όλο και πιο απαλά. Και μύριζε, και μύριζε, και μύριζε.

Επέστρεψα σπίτι ακροποδητί. Ήταν πέντε και τριάντα τα ξημερώματα. Στη μπροστινή αυλή μπορούσα να δω το έδαφος κάτω από το χιόνι. Και ξυπόλητος περπάτησα πάνω στο σκούρο χώμα και το χιόνι. Ήταν απαλό. Και ελαφρύ. Και κρύο. Και μύριζε. Πήρα λίγο στα δάχτυλά μου, σηκώθηκα και εισέπνευσα βαθιά. Ναι, μύριζε. «Μυρίζει ωραία, Ράντι», ψιθύρισα. «Μυρίζει πολύ, πολύ ωραία. Μυρίζει σαν χώμα. Μπορείς να ησυχάσεις.»

Βόλφγκανγκ Μπόρχερτ

Διαβάστε επίσης:

Μοιραστείτε το:

Comments