Παραμονή Μεγαλοβδόμαδου, 2013.
Σ’ ένα ιστορικό καφέ της Αθήνας, μια ομάδα νέων συγγραφέων παρουσιάζουν μια συλλογή διηγημάτων τους. Οι γύρω δρόμοι κλείνουν εν όψει διαδηλώσεων.
Ώρες αργότερα στον ίδιο χώρο, όταν οι συγγραφείς έχουν πια φύγει, αντηχούν τα τραγούδια του «Επιταφίου» του Ρίτσου σε μουσική Θεοδωράκη. Μέρες μετά συμπληρώνονται 77 χρόνια απ’ τη γέννηση του έργου ̇ και 77 απ’ τον θάνατο που το ενέπνευσε.

Ζέστη καλοκαιρινή είχε τρυπώσει ζαβολιάρικα στα τέλη Απρίλη. Τζάμια ανοιχτά, μάταια ̇ ο άνεμος ακατάδεκτος. Πάνω στα τραπέζια ιδρωμένα ποτήρια με ροφήματα δροσιστικά και παγωμένους καφέδες, πρόωρα κι αυτά. Γύρω τους οι καρέκλες γεμάτες. Πρόσωπα ξαναμμένα, κάτι απ’ τη ζέστη, κάτι απ’ την προσμονή. Συγγραφείς ήταν, λέει. Κι είχαν πολλά να πουν ̇περί εαυτών και του κόσμου τους. Είχαν φτιάξει ένα βιβλίο όλοι μαζί, με ιστορίες καλοκαιρινές. Εκείνο το μεσημέρι στο καφέ θα το μοιράζονταν με φίλους και γνωστούς. Ήταν τόσο ενθουσιασμένοι με το επίτευγμά τους που δεν πρόσεξαν την ξανθή λεπτή στήλη από άμμο που ’πεφτε γοργά κι αθόρυβα από μια οπή της οροφής.

Είχαν καταλαγιάσει οι κουβέντες. Τα πρόσωπα στραμμένα στη μικρή σκηνή, αφοσιωμένα στην ακρόαση. Κάποιος διάβαζε μια ιστορία. Στον τοίχο πίσω του ένα -παράταιρο άραγε;- φανάρι κυκλοφορίας με τα τρία του μάτια γλαρά και γατζωμένη πάνω του μια κουκουβάγια που επαγρυπνούσε και κατόπτευε με τα δικά της ορθάνοιχτα. Ένα κίτρινο τρόλλεϋ έτρεχε με ιλιγγιώδη ταχύτητα κάτω απ’ τον φλογερό ουρανό μιας δύσης και περιφρονώντας θρασέως τον ομιλητή, το νυσταλέο φανάρι και το αυστηρό βλέμμα της κουκουβάγιας, χάθηκε μέρα-μεσημέρι στον σκουρογάλαζο ορίζοντα του σούρουπου.

Όσο η ανάγνωση συνεχιζόταν, η άμμος πίσω απ’ τις πλάτες των ακροατών όλο και συσσωρευόταν. Είχε πια σχηματίσει ένα μικρό λοφάκι. Ένας άντρας πλησίασε, έσυρε το πόδι του δυο-τρεις φορές από πάνω και το ισοπέδωσε. Έβγαλε απ’ το σακίδιό του μια τυρκουάζ πετσέτα, την άπλωσε πάνω στην άμμο, κάθισε πάνω της κι έμεινε να κοιτάζει τη γαλαζοπράσινη θάλασσα που ανοιγόταν μπροστά του. Μια κοπέλα με μακριά μαλλιά κι ωραία ζυγωματικά έβγαινε απ’ το νερό. Το αρσενικό βλέμμα κύλησε στο κορμί της μαζί με τις αλμυρές σταγόνες που έγλειφαν τις καμπύλες της, χαϊδεύοντας ανεπαίσθητα το κρουστό της δέρμα. Γύρισε και τον κοίταξε. Ευθύς έστρεψε το βλέμμα του στη θάλασσα.

Μισοκρυμμένο κάτω από έν’ αλμυρίκι, λες για να μην το αποσπάσει κανείς απ’ την απόλαυση, ένα παιδί έτρωγε παγωτό ξυλάκι, προσηλωμένο στις ρωγμές της σοκολατένιας κρούστας. Πέλματα γυμνά, ένα ξεχειλωμένο μπλε μαγιό το μοναδικό ρούχο πάνω του κι η άλμη στ’ ανάκατα μαλλιά ν’ αναδίνει μυρωδιά λευτεριάς καλοκαιριάτικης. Δυο σπίθες φώτιζαν κάθε τόσο το σκουρομελάχροινο πρόσωπο. Σβέλτες, κλεφτές ματιές τριγύρω προς εντοπισμό οποιουδήποτε θα μπορούσε να διαταράξει την ιερότητα της στιγμής.

Λίγα μέτρα παρακεί, μια ηλικιωμένη όρθια πάνω στην ψάθα της, τυλιγμένη με μια λευκή πετσέτα, πάλευε να βγάλει από πάνω της το βρεγμένο της μαγιό. Δίπλα καθισμένη η παρέα της ̇γυναίκες με λουλουδάτες ρόμπες και κεφάτοι ασπρομάλληδες που χωράτευαν κάτω από ομπρέλες πολύχρωμες. Ο δρόμος πίσω τους έρημος. Μονάχα ένα απόμακρο βουητό –ποιός ξέρει από τί– έφτανε στην παραλία και χανόταν μέσα στ’ αλμυρίκια.

Η σοκολατένια κρούστα αφανίστηκε. Μόνο αποδεικτικό της σύντομης ζωής της μια καφετιά πινελιά στο μελαχροινό μάγουλο. Έμεινε εκεί ανενόχλητη όσο η κρέμα έλιωνε υποταγμένη κάτω απ’ την επίμονη παιδική γλώσσα. Το μουτράκι ανασηκώθηκε με το τελευταίο γλείψιμο και τώρα στ’ οπτικό πεδίο των σκανταλιάρικων ματιών μπήκε μια γυναικεία φιγούρα.

Τυλιγμένη ακόμα στην πετσέτα της η ηλικιωμένη έσκυβε να βάλει το βρεγμένο μαγιό στην τσάντα της. Απ’ την κρυψώνα του τη δροσερή τινάχτηκε ο πιτσιρικάς με την καφετιά πινελιά ακόμα στο μάγουλο κι έτρεχε σαν αφηνιασμένος πάνω στην καυτή άμμο προς το μέρος της. Μα εκείνη δεν τον πρόσεξε.
Η κοπέλα βούρτσιζε τα μαλλιά της κι η λάμψη τους, εκτυφλωτική όσο το φως του ήλιου, μαγνήτιζε τ’ αντρικό βλέμμα. Ανακάθισε πάνω στην τυρκουάζ πετσέτα του. Η επιθυμία έκαιγε το κορμί του.
Ο δρόμος πίσω τους άδειος, μα απ’ το βάθος ένα βουητό μυστήριο ολοένα και δυνάμωνε, σαν πλήθος οργισμένο. Πώς δεν τ’ άκουσαν;
Εκείνη αλειβόταν αυτάρεσκα με λάδι και το σφριγηλό κορμί της γυάλιζε κάτω απ’ τις ξανθές ακτίνες. Πώς να την πλησιάσει; Πώς; Οι λέξεις τον περιγελούσαν και τον καθήλωναν.
Η κοπέλα πήρε να διαβάζει ένα βιβλίο κι έγειρε στο πλάι, προς τη μεριά του. Να ένα καλό σημάδι! Λοιπόν, ή τώρα ή ποτέ! Θα σηκωνόταν να πάει να της μιλήσει. Τέτοια ευκαιρία δεν έπρεπε να τη χάσει. Στο κάτω-κάτω, τί θα του ’κανε, τί θα μπο -«Ααααα! …. Άτιμε! Θα σε σκοτώσω, βρε!». Κοκκάλωσε. Γύρισε προς τη φωνή που απειλούσε και φοβέριζε· μια γριά πάλευε απελπισμένα να καλύψει τη γύμνια της μπροστά στα γέλια της παρέας της, ενώ τα πόδια της βούλιαζαν ολοένα στην άμμο. Έκανε να σηκωθεί να τη βοηθήσει, μα οι μικροσκοπικοί κόκκοι παγίδευαν και το δικό του σώμα. Άνεμος ξαφνικός σήκωσε νέφος κι ούτε τα λαμπερά μαλλιά δεν μπορούσε να δει πια.

Μια γριά μονάχα σ’ όλη την παραλία έμενε ακόμα όρθια, ανυπεράσπιστη στη γύμνια της, να βυθίζεται στην ξανθιά άμμο και τα γέλια της παρέας να βουλιάζουν κι αυτά κάτω απ’ τις ιαχές που κατέφθαναν κι η παραλία όλη να σείεται σαν από βηματισμό στρατού μεγάλου κι η άμμος ν’ ανεβαίνει αμείλικτη ρουφώντας μέσα της το ρυτιδιασμένο σώμα, την τυρκουάζ πετσέτα, το γυαλιστερό κορμί και τα ωραία ζυγωματικά, τις λουλουδάτες ρόμπες, τ’ ασπρομάλλικα κεφάλια, τις ομπρέλες τις πολύχρωμες και τα χωρατά, τα ιδρωμένα ποτήρια, τα βιβλία, των συγγραφέων τις κουβέντες και τις ιστορίες τις καλοκαιρινές…
Κάπου στο βάθος, μέσ’ στο θαμπό φως, ένας πιτσιρικάς απομακρυνόταν τρέχοντας σαν δαιμονισμένος. Σ’ ένα ύψωμα κοντοστάθηκε να πάρει ανάσα. Είδε έναν χείμαρρο, όλον σάρκα και φωνή, να κατακλύζει τον δρόμο. Κι έμεινε κει στο ύψωμα λαχανιασμένος να κοιτάζει, κρατώντας ακόμα στο χέρι λάφυρο μια λευκή πετσέτα.

Έρημη η παραλία. Η γη δεν έτρεμε πια. Ο χείμαρρος που ξεχυνόταν αφρισμένος τώρα αργοσάλευε σκούρος και βουβός ̇ανθρώπινα κύματα που υψώνονταν ζητώντας δικαιοσύνη, τώρα σέρνονταν δαμασμένα κι έσβηναν πάνω στην άμμο. Από ένα κλαδί κρεμασμένη, μια αποτρόπαιη μάσκα του Νόμου κοιτούσε κι αποθαύμαζε· κορμί ξεψυχισμένο με τα χέρια απλωμένα πάνω στο ξύλο το περιέφεραν οι φίλοι σε λιτανεία οργής και καμπάνες χτυπούσαν θλιμμένα να σημάνουν το άδικο. Απόθεσαν τ’ άψυχο σώμα μ’ ευλάβεια μπροστά σε μια μαύρη φιγούρα που ’πεσε στα γόνατα, θρηνούσε και σπάραζε.

Άνεμος κρύος φύσηξε. Πάγωσε τ’ άψυχο σώμα, πάγωσε η μάνα γονατισμένη, πάγωσε ο χρόνος σε κάποιου Μάη την ενάτη. Απέμειναν εκεί, εικόνισμα μισοθαμμένο στην άμμο…

Κάποιος σήκωσε το εικόνισμα ψηλά, πριν σκεπαστεί, να το δουν οι χιλιάδες, να μεγαλώσει ο πόνος, να δυναμώσει η φλόγα στα μάτια, να ξυπνήσουν οι φωνές και να θεριέψουν. Το ’μπηξε όρθιο στη γη για να στέκει πάντα μια μάνα εκεί, εικοσιδυό χρόνια και πενήντα κι εκατό κι αιώνια εκεί, να θρηνεί πάνω απ’ το κορμί του γιου ̇κι άλλη σαν αυτή να μην υπάρξει. Να μένει κι ο γιος άταφος, ακουμπισμένος στο ξύλο, με χέρια πέταλα ανοιχτά ̇κι άλλος ανθός να μην κοπεί.

Σάλευε πάλι το πλήθος, ζωντάνευε. Ξεχύθηκε στην αμμουδιά ν’ ανοίξει δρόμο στη θάλασσα να περάσει η ζωή και το δίκιο. Μα αποτραβήχτηκε σα γητεμένο. Μέσ’ απ’ το γαλανό του νερού πρόβαλε μορφή αγέρωχη με μέτωπο πλατύ που προχωρούσε προς τ’ άψυχο σώμα. Τ’ αγκάλιασε με λέξεις ζεστές, το έγδυσε, το έπλυνε με θαλασσινό νερό, το μύρωσε με στίχους, το έντυσε με φτερά αγγέλου, το μοιρολόγησε.

Έσκαβαν οι φίλοι την άμμο με τα χέρια, μα εκείνη γλιστρούσε, σαν να μην ήθελε να κάνει τόπο γι’ αυτό το σώμα.
Άλλος πλησίαζε τώρα, με μαλλιά κυματιστά και σπίθα στο βλέμμα, που άκουσε τον σπαραγμό της μάνας, τους μυρωμένους στίχους, τις καρδιές των ανθρώπων να πάλλονται ̇τον αρχέγονο ρυθμό. Ύψωσε φωνή, έκανε το μοιρολόι τραγούδι, δεν άφησε να θαφτεί ο «ανθός»… Κι έγινε εκείνο το τραγούδι καράβι μεγάλο που χώρεσε χιλιάδες και ταξίδευε από λιμάνι σε λιμάνι να μοιράσει τον πόνο του ανθρώπου κι ο πόνος όλο κι αλάφραινε. Όλο κι αλαφραίνει…

Έν’ αεράκι εσπερινό, ανακούφιση μετά τη μεσημεριανή ζέστη. Οι καρέκλες γύρω απ’ τα τραπέζια πάλι γεμάτες ̇με άλλες παρέες τώρα, κεφάτες κι αυτές, χαρούμενες. Μουσικοί και τραγουδιστής στη σκηνή, το κίτρινο τρόλλεϋ ακόμα να τρέχει κι η κουκουβάγια στο φανάρι της να εποπτεύει. Στις αφίσες της εισόδου, ένας άντρας με πλατύ μέτωπο κι ένας άλλος με κυματιστά μαλλιά και σπίθα στο βλέμμα συναντιούνται ακόμα μια φορά σ’ έναν «Επιτάφιο», ανήμερα Κυριακής των Βαϊων.

Αργός ο ρυθμός, οι νότες επιβάλλονται, το μικρόφωνο κατά μέρος κι οι ομιλίες ελάχιστες και σιγανές, να δώσουν τόπο στη φωνή και σε κάποιου τον καημό – ποιού ακριβώς δεν είναι εξακριβωμένο. Μια υγρή θαμπάδα στα μάτια προδίδει όσους γνωρίζουν. Τίποτα το ανησυχητικό πάντως. Ένα τραγούδι είναι εν τέλει.

Και να που ένα γοργό χασάπικο αλαφραίνει μετά από ώρα το κλίμα –καιρός ήταν, βρε παιδί μου- και σαν κάποιος ν’ ανήγγειλε το «Χριστός Ανέστη», ξεθαρρεύουν τα πηρούνια, μπήγονται στους μεζέδες που όλο κι αραιώνουν, το κρασί μοιράζεται στα ποτήρια και κάτω απ’ τα τραπέζια τα πόδια χτυπούν ρυθμικά. Η μελωδία γρήγορη, ανάλαφρη, ζωηρή ξεσηκώνει τα νιάτα μιας παρέας και τρεις κοπελιές που ’χουν «τις χάρες όλες» σηκώνονται, πιάνονται απ’ τους ώμους και με «πόδια ελαφροπάτητα» στήνουν χορό δίπλα στους φίλους που «αχνογελούν». Ξεσηκώνονται και δυο παλληκάρια, απλώνει η τρίτη κοπελιά το χέρι να τους τραβήξει και γίνεται ο χορός δίνη που παρασύρει τα κορμιά, τα γέλια, τις νότες, της Κυριακής τα βάγια… τον κομμένο «ανθό»… τη μάνα… τους μυρωμένους στίχους… το σπαραγμό… και γίνονται όλα ένα και πια δεν ξεχωρίζει ο θρήνος απ’ το γλέντι, ούτ’ η ζωή απ’ τον θάνατο. Μόνο η νιότη στέκει όρθια στη ζάλη της περιδίνισης, θρασεία και άφοβη.

Ο χορός κρατά ακόμα, μα το καράβι; Σαν να ναυάγησε στη δίνη και να χάθηκε πια ο πόνος που κουβαλούσε. Ίσως πάλι να ’φταίει εκείνη η οπή στην οροφή που στάζει ακόμα άμμο ̇ ίσως να σκέπασε και τη μαύρη φιγούρα και τον «ανθό της ερημιάς της», να ’θαψε τις φωνές του πλήθους και τα φλογισμένα μάτια και να χάθηκαν κι αυτά.
Το τραγούδι τέλειωσε. Οι νέοι λύσαν τα χέρια και ξαναμμένοι, λαχανιασμένοι πήγαν να καθίσουν με την παρέα, που τους περίμενε με τα ποτήρια γεμάτα. Μα όπως τα χέρια τεντώθηκαν ψηλά πάνω απ’ το τραπέζι κι έσμιξαν στον αέρα να τσουγκρίσουν, φάνηκαν καθαρά, ξάρτια ενός καραβιού που αρμένιζε αγέρωχο στο πέλαγος, πιστό στη ρότα και τον προορισμό του.

Από ένα ύψωμα στο βάθος, βλέποντάς το να πλησιάζει, ένας πιτσιρικάς ξεχύθηκε τρέχοντας προς την ακροθαλασσιά, ξυπόλυτος πάνω στην καυτή άμμο, ανεμίζοντας για σινιάλο μια λευκή πετσέτα.

Μαρία Χριστινάκη

Διαβάστε επίσης:

Μοιραστείτε το:

Comments