I

Ένα πουλάκι κάθεται στο βράχο της Αθήνας
και κελαϊδεί κι ανιστορά και κελαϊδεί και κλαίει :
και λέει για τα τριαντάφυλλα, τα μήλα και τα ρόδια,
που ράβδισε και μάδησε άγριος βοριάς κι αγέρας.
-Όχι, δεν ήταν ο βοριάς μήτε τ’ αγερομάνι :
γιγάντοι σιδερόφρακτοι και, νυχοποδαράτοι,
τα μάδησαν, τα σύντριψαν, τα λυώσανε ένα βράδυ,
γιατί αγαπούσανε το φως και μύριζαν στ’ αγέρι.

Και το πουλάκι ανιστορά και κελαηδεί και κλαίει :
που πήγαν, πού να κούρνιασαν τ’ άχολα περιστέρια,
σαν ξέσπασε η νεροποντή κι έβρεξε αστροπελέκια ;
Άλλα στο χώμα κοίτονται, σαρανταπληγιασμένα
κι άλλα στο μαύρο κι άραχλο τον Άδη κατεβήκαν :
-όχι, δεν κοίτονται στη γη, δεν βρίσκονται στον Άδη,
χρυσά κι ολόφεγγα φτερά τα σήκωσαν στα ουράνια !

II

Γιατί ‘ναι κατακόκκινα γη κι ουρανός κι αιθέρας
Κι άλικο κατασκέπασε μαγνάδι τα βουνά μας ;
Τι νάναι αυτό το σύθρηνο, που φτάνει απ’ τα πελάγη ;
-Γη κι ουρανός και θάλασσα μοιρολογούν τα νιάτα,
που μακελέψαν άπονα δράκοι και βρυκολάκοι.
Μ’ αντις να πιούν το αίμα τους εκείνο πιδακίζει
και γίνεται άγρια θάλασσα και πνίγει τους φονιάδες !

III

Η μάνα Ελλάδα στέναξε κι η κτίση ακέρια εσείστη :
Είχα βλαστάρια τρυφερά, κι ανθούς, που εστάζαν μόσκο.
“Είχα δενδράκια φουντωτά, βαθύρριζα στο χώμα,
που σήκωναν τα κλώνια τους αγνάντια στους ανέμους
και πάνω στ’ ακροκλώνια τους αηδόνια εκελαηδούσαν
και ξετυλίγαν τ’ όνειρο για μια πανώρια πλάση.

Ξάφνου δρολάπι ξέσπασε κι ανεμική και μπόρα,
ξερριζωθήκαν τα δεντρά και τα βλαστάρια εσπάσαν
τ’ άνθια στη λάσπη εκύλησαν, λυωμένα, μαδημένα :
ήταν βαρύ χινόπωρο, ήταν πικρός Νοέμβρης
κι άνοιξε λάκκους στις βραγιές και στα παρτέρια Τάφους.

Παντού ερημιά και σκοτεινιά μα κάτω από το χώμα,
οι άγιοι σπόροι τη χρυσή την άνοιξη ετοιμάζουν
κι ήρθε μισοκαλόκαιρο κι ευώδιασε όλη η πλάση!”

Σοφία Μαυροειδή-Παπαδάκη
Νοέμβριος 1974

Διαβάστε επίσης:

Μοιραστείτε το:

Comments