o-geros-pou-elege-giati

Ο άνθρωπος αυτός πρέπει να είναι κουφός» μονολόγησε το ξωτικό· άνοιξε λοιπόν ξανά τις φτερούγες του, πέταξε στην κορφή του βράχου και φώναξε: «Χαίρετε!» Αλλά ο πολύ πολύ γέρος άνθρωπος που καθόταν στην κορφή του καμπαναριού δεν κουνήθηκε. «Πολύ παράξενος γεράκος, δίχως άλλο» είπε το ξωτικό. Άνοιξε λοιπόν τα φτερά του δεύτερη φορά κι ανέβηκε πετώντας πάνω στην εκκλησία· στάθηκε στη σκεπή και, μ’ όση φωνή είχε, φώναξε στο μικροσκοπικό γεράκο πάνω στο καμπαναριό: «Κατέβα κάτω!» Δεν πήρε όμως απάντηση, κι ο γεράκος με τα πράσινα μάτια και χέρια σαν κούκλας δεν κουνήθηκε απ’ τη θέση του. «Αυτό κι’ αν είναι!» είπε το ξωτικό ενοχλημένο. Ανοιξε λοιπόν ξανά τα φτερά του, πέταξε γρήγορα στην κορφή του καμπαναριού και προσγειώθηκε πλάι στο γεράκο· και μ’ όλη του τη δύναμη φώναξε: «Μα τι κάνεις εδώ πάνω, μου λες».

Κι ο μικροκαμωμένος πάρα πάρα πάρα πάρα πάρα πάρα πάρα πολύ γέρος άνθρωπος χαμογέλασε, κοίταξε το ξωτικό και είπε: «Γιατί;»

«Επειδή ήρθα απ’ το πιο μακρινό αστέρι για να σε δω» είπε το ξωτικό.

«Γιατί;» είπε ο πάρα πάρα πάρα πάρα πάρα πάρα πολύ μικροκαμωμένος γεράκος.

«Θα σου πω αμέσως» είπε το ξωτικό. «Ακουσα ένα σωρό παράπονα για του λόγου σου…»

«Γιατί;» είπε ο μικροκαμωμένος πάρα πάρα πάρα πάρα πάρα πολύ γέρος άνθρωπος.

«Μήπως επειδή έχω αυτιά;» είπε θυμωμένο το ξωτικό. «Σ’ όλα τ’ αστέρια και σ’ όλον τον αέρα και παντού, όλοι παραπονιούνται και κάνουν φοβερό σαματά εξαιτίας σου».

«Γιατί;» είπε ο πάρα πάρα πάρα πάρα πολύ μικροκαμωμένος γέρος.

«Επειδή λες γιατί όλη την ώρα» είπε το ξωτικό. «Και κοντεύουν όλοι να τρελαθούν. Ο κόσμος δεν μπορεί ούτε να κοιμηθεί ούτε να φάει ούτε να σκεφτεί ούτε να πετάξει, επειδή εσύ όλη την ώρα λες γιατί και γιατί και γιατί και γιατί και γιατί, χωρίς σταματημό. Κι εγώ ήρθα απ’ το πιο μακρινό αστέρι για να σου πω ότι πρέπει να σταματήσεις όλ’ αυτά τα γιατί».

«Γιατί;» είπε ο μικροκαμωμένος πάρα πάρα πάρα πάρα πολύ γέρος άνθρωπος.

Το ξωτικό έγινε κατακόκκινο απ’ το θυμό του. «Αν δε σταματήσεις να λες γιατί», είπε, «θα το μετανιώσεις».

«Γιατί;» είπε ο πάρα πάρα πολύ μικρόσωμος άνθρωπος.

«Ακου να σου πω» είπε το ξωτικό. «Είναι η τελευταία φορά που σε συγχωρώ. Να ξέρεις: αν ξαναπείς γιατί, θα πέσεις απ’ το φεγγάρι κάτω στη γη».

Κι ο μικρόσωμος πάρα πολύ γέρος άνθρωπος χαμογέλασε· κοίταξε το ξωτικό και είπε «γιατί» κι έπεσε εκατομμύρια και δισεκατομμύρια και τρισεκατομμύρια βαθιά δροσερά ολοκαίνουργια υπέροχα χιλιόμετρα (και με κάθε χιλιόμετρο γινόταν και λιγάκι πιο νέος· πρώτα έγινε ένας όχι πολύ γέρος άνθρωπος, έπειτα έγινε μεσήλικος, μετά νεαρός και τελικά παιδί) ώσπου, μόλις άγγιξε απαλά τη γη, είχε φτάσει η στιγμή που θα γεννιόταν.

Απόσπασμα από το παραμύθι του Ε.Ε. Κάμμινγκς «Ο Γέρος που έλεγε “γιατί”»
Εικονογράφηση: Meilo So

Μοιραστείτε το:

Comments