Μια φορά κι ένα καιρό ήταν ένας ψεύτης. Μεγάλωνε σε μια χώρα όπου ο βασιλιάς είχε διατάξει όλους τους υπηκόους του να χαμογελάνε κι ας μη το ήθελαν, να κολακεύουν κι ας μη το πίστευαν και να καταδίδουν όποιον υπονόμευε το Βασίλειο και ας μην ήταν έτσι.
Αυτός ο μικρός ψεύτης είχε όνομα. Όμως το είχε ξεχάσει, γιατί όταν άρχισε να καταλαβαίνει το κόσμο, αυτά που έλεγε αυτά που σκεφτόταν, ήτανε διαφορετικά από αυτά που ήθελε ο βασιλιάς οι υπήκοοι και όλη η κοινωνία. Ενοχλούσε κι επειδή δε μπορούσαν να το πούνε τρελό τον αποκαλούσαν ψεύτη.
Άρχισε να ονειρεύεται πράγμα απαγορευμένο στο Βασίλειο της ηθικής .
«Τα όνειρα είναι επιθυμίες που έχει ο κακός μας εαυτός», « Τα όνειρα είναι ψευδαισθήσεις άρα ψεύτικα.», « Οι τέλειοι πολίτες δεν ονειρεύονται».
Όλα τα παραπάνω ήταν ταμπέλες που βρισκόντουσαν παντού στο Βασίλειο. Από δημόσιους χώρους μέχρι στα πάρκα και στα δάση.

Μια μέρα ο μικρός ψεύτης έπιασε το πατέρα του και του μίλησε.
– Πατέρα, δεν αντέχω θέλω να φύγω!!
– Να πας που γιε μου;
– Να φύγω μακριά δεν αντέχω , εδώ όλοι υποκρίνονται!!
Ο πατέρας σκυθρώπιασε, ήταν ένας καθημερινός καλός πολίτης ευνοούμενος του βασιλιά. Μάλιστα ο βασιλιάς του είχε δώσει επιπλέον χωράφια δίχως φόρους για τις υπηρεσίες του προς τη κοινωνία και το Βασίλειο.
-Γιε μου είσαι αίμα μου, προσπάθησα να σε μεγαλώσω με τις καλύτερες αρχές, όμως με έχεις κάνει ρεζίλι και δε μπορώ να ακούω να μου λένε ο πατέρας του ψεύτη..
-Πατέρα τι λες;!! Αφού ξέρεις πως δεν είναι αλήθεια , ξέρεις πατέρα έτσι δεν είναι;
– Όχι δεν είναι έτσι. Λες αλλόκοτα πράγματα γιε μου ψευτιές, ψευτιές ακούς;!!
Λες ότι ο καθένας μπορεί να παίξει τέλεια μουσική όπως παίζουν οι καλύτεροι στην ορχήστρα του βασιλιά μας. Ψεύδος μέγα ψεύδος!!
Γιε μου ο κάθε άνθρωπος γεννιέται για κάτι συγκεκριμένο, αυτά που λες είναι επικίνδυνα κάνει τους ανθρώπους να αμφισβητούν.
Ο γιος του μπαλωματή θα γίνει μπαλωματής. Ο γιος του επιστάτη θα γίνει επιστάτης και η κόρη της παραδουλεύτρας θα γίνει παραδουλεύτρα.
(Κοκκίνιζε και φούντωνε ο μικρός μας ψεύτης.)
– Εσύ τα λες πατέρα αυτά; εσύ; Αν τα πιστεύεις τότε πρέπει να λένε ο γιος του ψεύτη και όχι ο πατέρας του ψεύτη.
(πριν προλάβει να τελειώσει τη φράση του ένα δυνατό χαστούκι ήρθε σαν κεραυνός πάνω στο μάγουλο του)
– Χτύπα πατέρα όμως άκουσε με για μια στιγμή.
Εσύ λες ψέματα και το να λες ψέματα στον εαυτό σου είναι το χειρότερο..
Το θυμάμαι σαν τώρα πατέρα, καθόσουν δίπλα στο τζάκι είχες πιει πολλές κανάτες από τα βαρέλια που άνοιξες με το φρέσκο κρασί. Κοιτούσες τη φωτιά την ανακάτευες και παραμιλούσες. Ναι πατέρα οι αλήθειες σου βγήκαν για μια και μόνο φορά από το στόμα σου…
«Τι κάνω εγώ εδώ; είπες. Οργώνω τα χωράφια γεμίζω με χώματα και λάσπες. Εγώ ήθελα από παιδί να γίνω ναυτικός να μυρίζω τη θάλασσα να γνωρίζω τόπους και ανθρώπους. Ήθελα να δω τον ήλιο να σβήνει μέσα στη θάλασσα. Πίστευα ότι θα γινόμουν καλός ναυτικός». Είδες πατέρα; Πίστεψες κι εσύ ότι μπορείς να γίνεις κάτι άλλο από αυτό που σε προόριζαν. Ακόμα και με τη μάνα συμβιβάζεσαι, στη δώσανε για να ενώσετε τα χωραφάκια σας.
-Φύγε!! Φύγε τώρα αμέσως. Μάζεψε τα πράγματα σου και φύγε!!
Με το δάκτυλο να δείχνει τη πόρτα στο γιο του και με το πρόσωπο σκυμμένο στο πάτωμα έλεγε για ώρα τις ίδιες λέξεις .. έκλεισε τη πόρτα αφού προσπάθησε να τον κοιτάξει στο πρόσωπο ο μικρός ψεύτης.

Πέρασαν τα χρόνια και το μόνο που θυμάται πια από τον πατέρα του είναι τα δάκρυα που κυλούσαν από τα μάτια του και που προσπαθούσε να κρύψει.
Δε στεναχωρήθηκε που τον έδιωξε, ίσα ίσα. Ένιωσε όμορφα γιατί αυτά τα δάκρυα στα μάτια του πατέρα του ήταν η ίδια του η λύτρωση. Για μια φορά ο πατέρας του είδε την αλήθεια και έκλαψε!

Δ.Σ.  Φλεβάρης 2007

Διαβάστε επίσης:

Μοιραστείτε το:

Comments