Άντρας:
Όταν σε κοιτώ, θυμάμαι τη Γη.
Τότε στον Κήπο.
Τότε που,
καθρεφτάκια κρέμονταν στα δέντρα,
μικρές λάμψεις η απουσία σου,
το μεγάλο μήλο, το μικρό φίδι,
ήμασταν άραγε ποτέ τόσο αθώοι,
τόσο επιμελημένα ένοχοι;
Θυμάσαι;

Γυναίκα:
Δεν θυμάμαι τίποτε.
Όταν μιλάς, δεν καταλαβαίνω.
Μία ρωγμή χωρίζει το φύλο μου
στη μέση.
Όσον αφορά εμένα,
ουδέποτε υπήρξε Κήπος ή Θεός.
Μονάχη πορευόμουνα τότε
και τώρα μόνη.

Άντρας:
Και όμως,
υπήρξαμε εραστές.
Αυτό που οι πολλοί λεν
«αγγίζω».

Γυναίκα:
Θυμάμαι μόνο μια λίμνη,
στην άκρη ενός τίποτα,
στην πλάτη ενός βατράχου που τρέχει.
Θυμάμαι την ομίχλη
και στη μέση μια βάρκα με κουπιά.
Έφευγα μόνη
και μόνο μια μέλισσα
βόμβιζε στο κενό.

Άντρας:
Κι όμως υπήρξαμε εραστές.
Στην άγνωστη γλώσσα των χαμένων πουλιών,
«σ’ αγαπώ» σημαίνει «επιστρέφω».

Γυναίκα:
Άκου –
Μια κουκουβάγια μαχαιρώνει τη σιωπή.
Για μένα «σ’ αγαπώ» σημαίνει
άγριο δάσος,
ουρλιαχτό,
φεγγάρι από αίμα.

Άντρας:
Μ’ αγάπησες ποτέ στ’ αλήθεια;

Γυναίκα:
Λίγο τσάι ακόμα;
Τα απογεύματα στην εξοχή
είναι φέτες λεμονιού,
ξινά και ανεπαίσθητα ανούσια.
Αλήθεια, πώς μπερδεύεται η αλήθεια
μες στο παλιό σαμοβάρι, με το ψέμα.
Λίγη ζάχαρη ή γάλα;

Χλόη Κουτσουμπέλη
Από τη συλλογή Η Λίμνη, ο Κήπος και η Απώλεια (2006)

Μοιραστείτε το:

Comments